Καναδάς


Οι Ευρωπαίοι άποικοι

Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που πάτησαν το πόδι τους σε καναδικό έδαφος ήταν θαλασσοπόροι Βίκιγκ, οι οποίοι έφτιαξαν καταυλισμούς περί το 1000 μ.Χ. στον Όρμο των Λιβαδιών (L’Anse aux Meadows) της Νέας Γης.

Οι πρώτες βρετανικές αξιώσεις σε καναδικά εδάφη χρονολογούνται από το 1497, όταν ο ιταλός θαλασσοπόρος Τζιοβάννι Καμπότο, γνωστός και με το όνομα Τζων Κάμποτ, εξερεύνησε για λογαριασμό του βρετανικού στέμματος τις ακτές της «Νέας Γης», αν και δεν είναι εξακριβωμένο αν πρόκειται για την σημερινή Νέα Γη, την Νέα Σκωτία ή τις ακτές της Πολιτείας του Μέιν.

Αρχίζοντας από το καλοκαίρι του 1534, ο γάλλος εξερευνητής Ζακ Καρτιέ πραγματοποίησε τρεις αποστολές για να εξερευνήσει τις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου. Το 1583, ο Χάμφρεϋ Γκίλμπερτ κήρυξε την Νέα Γη «υπερπόντια αποικία» του βρετανικού στέμματος.

Η πρώτη απόπειρα εποικισμού του Καναδά έγινε το 1604 με πρωτοβουλία του γάλλου θαλασσοπόρου Σαμουέλ ντε Σαμπλαίν (Samuel de Champlain) στην Νήσο του Τιμίου Σταυρού (Isle de Ste-Croix, σήμερα Dochet Island), ένα μικρό νησί στην προέκταση των συνόρων μεταξύ Νιου Μπράνσγουικ και Πολιτείας του Μέιν. Όμως ο χειμώνας ήταν αναπάντεχα βαρύς, και σχεδόν οι μισοί από τους άπειρους νέους εποίκους πέθαναν από τις κακουχίες. Τον επόμενο χρόνο, οι εναπομείναντες πρώτοι έποικοι καθώς νέοι έποικοι από την Γαλλία πήγαν να εγκατασταθούν στην σημερινή Νέα Σκωτία, όπου ίδρυσαν το λιμάνι Πορ Ρουαγιάλ (Port-Royal). Το 1608 οι Γάλλοι ίδρυσαν την Πόλη του Κεμπέκ και έτσι άρχισε να σχηματίζεται η αποικία της Νέας Γαλλίας, που αποτελούνταν από τον «Καναδά», δηλ. τις παρόχθιες περιοχές του ποταμού Αγίου Λαυρεντίου και την Ακαδία, δηλ. την σημερινή Νέα Σκωτία (αργότερα στην Νέα Γαλλία προστέθηκαν οι παρόχθιες περιοχές του Μισσισσιππή και η Λουιζιάννα). Ας σημειωθεί πως οι σημερινοί Ακαδιανοί ή Ακάδες είναι απόγονοι των πρώτων γάλλων εποίκων.

Τον ίδιο καιρό που οι Γάλλοι άρχιζαν την εποίκιση στην Νέα Γαλλία, οι Βρετανοί άρχισαν να ιδρύουν αποικίες στα παράλια του Ατλαντικού νοτίως της Νέας Σκωτίας και τριγύρω από τον Κόλπο του Χάντσον. Το 1668, ιδρύθηκε η βρετανική «Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον» (Hudson’s Bay Company), στην οποία παραχωρήθηκε το μονοπώλιο της εμπορίας γουναρικών από τις περιοχές γύρω από τον ομώνυμο κόλπο.
Ο θάνατος του στρατηγού Γουλφ, πίνακας του Benjamin West, που παριστάνει το θάνατο του βρετανού στρατηγού Γουλφ μετά την νίκη του στην μάχη των Πεδίων του Αβραάμ.

Η επέκταση των εποικισμών, αλλά και ο ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών μητροπολιτικών κρατών, οδήγησε τελικά σε συγκρούσεις μεταξύ των βρετανών και των γάλλων εποίκων. Οι συγκρούσεις άρχισαν το 1689 και το 1713, με την συνθήκη της Ουτρέχτης, η Γαλλία παραχώρησε την Νέα Γη, τον Κόλπο του Χάντσον και την μισή Ακαδία. Το 1755, οι Βρετανοί εκδίωξαν διά της βίας τους γαλλόφωνους (ακαδιανούς) εποίκους, επειδή οι τελευταίοι έποικοι αρνήθηκαν να ορκιστούν υποταγή στο βρετανικό στέμμα.

Το καλοκαίρι του 1759, οι Βρετανοί άρχισαν την πολιορκία της Πόλης του Κεμπέκ, ενώ η μητροπολιτική Γαλλία παρακολουθούσε μάλλον αδιάφορα τις εξελίξεις. Στις 13 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ο γαλλικός στρατός ηττήθηκε από τους Βρετανούς στα Πεδία του Αβραάμ, ένα υψίπεδο λίγο έξω από την Πόλη του Κεμπέκ, και έτσι όλος ο γαλλικός Καναδάς έπεσε στα χέρια των Βρετανών.

Η υποταγή της Νέας Γαλλίας στην Βρετανία επισημοποιήθηκε το 1763 με την συνθήκη των Παρισίων. Εντούτοις, το 1774, το Βρετανικό Κοινοβούλιο, με ειδική νομοθετική πράξη (The Quebec Act), αναγνώρισε ορισμένα θρησκευτικά και άλλα δικαιώματα στους καθολικούς γάλλους εποίκους (ενώ ταυτοχρόνως απαγόρευσε την εκλογή τοπικών κυβερνήσεων στις αποικίες της Βρετανίας στην Βόρεια Αμερική, πράξη που είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη της Αμερικανικής Επανάστασης λίγα καιρό αργότερα).
Η υπογραφή της Συνθήκης της Γάνδης στις 24 Δεκεμβρίου 1844.

Στα χρόνια της Αμερικανικής Επανάστασης, αλλά και μέχρι μερικά χρόνια αργότερα, περίπου 50.000 φιλοβασιλικοί βρετανοί έποικοι πέρασαν από τις δεκατρείς επαναστατημένες αποικίες στα εδάφη του Καναδά. Για να τακτοποιήσει τους νέους εποίκους, η Βρετανία ίδρυσε το 1784 την αποικία (μετέπειτα επαρχία) του Νιου Μπράνσγουικ αποσπώντας εδάφη από την Νέα Σκωτία, ενώ το 1791 διαίρεσε το Κεμπέκ σε Ανώτερο (σημερινό Οντάριο)και Κατώτερο Καναδά (σημερινό Κεμπέκ).

Το 1812, οι ΗΠΑ προσπάθησαν με πόλεμο να προσαρτήσουν στα εδάφη τους τις βρετανικές αποικίες του Καναδά. Ο πόλεμος έληξε χωρίς νικητές και ηττημένους με την Συνθήκη της Γάνδης τον Δεκέμβριο του 1814. Ωστόσο, κατά την διάρκεια του πολέμου, οι Αμερικανοί πυρπόλησαν το Γυορκ (σημερινό Τορόντο, Απρίλιος 1813) και οι Βρετανοί/Καναδοί πυρπόλησαν την Ουάσιγκτον (Αύγουστος 1814).

Η διαφθορά στους κόλπους της αποικιακής κυβέρνησης του Καναδά, είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσουν δύο επαναστάσεις το 1837: μία στο Τορόντο με αρχηγό τον Γουίλλιαμ Λάιον Μακένζι (William Lyon Mackenzie), και μία στον γαλλόφωνο Κατώτερο Καναδά με αρχηγό τον Λουί Ζοζέφ Παπινώ (Louis-Joseph Papineau), ηγέτη του Πατριωτικού Κόμματος (κατά μίμηση των αμερικανών «Πατριωτών» που οδήγησαν τις ΗΠΑ στην ανεξαρτησία). Το 1840, προκειμένου να αφομοιωθούν οι Γαλλοκαναδοί από τον αγγλόφωνο Καναδά, η Βρετανία συνένωσε τον Ανώτερο και Κατώτερο Καναδά σε μία επαρχία με την ονομασία Ηνωμένη Επαρχία του Καναδά. Το 1848, η Βρετανία ίδρυσε την αποικία της Βρετανικής Κολομβίας και τον επόμενο χρόνο ίδρυσε την αποικία της Νήσου Βανκούβερ.

0 comments on “Καναδάς

Αφήστε μια απάντηση

Social Profile

Ιστορικό

Watch Live News

Ads Banner