Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Η πορεία του Ζητήματος των Δωδεκανήσων από την “απελευθέρωσή” τους από την οθωμανική κυριαρχία έως την προσάρτησή τους στην Ιταλία (1912-1925)


Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

  Η πορεία του Ζητήματος των Δωδεκανήσων από την “απελευθέρωσή” τους  από την οθωμανική κυριαρχία έως την προσάρτησή τους στην Ιταλία (1912-1925)

Τον Μάρτιο του 1948, ο μακραίωνος πόθος των κατοίκων όλου του νησιωτικού συμπλέγματος των Δωδεκανήσων έγινε πραγματικότητα και αυτές ενώθησαν επισήμως με την μητέρα-Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι οι νήσοι γνώρισαν ξενική κατοχή επί περίπου 6,5 αιώνες. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή των Δωδεκανήσων υπέστη την ιπποτική κυριαρχία (1309-1522), την τουρκοκρατία (1522-1912) και την ιταλική τυραννία (1912-1945). Επηκολούθησαν οι βραχύβιες περίοδοι της γερμανικής κατοχής και της αγγλοκρατίας, έως την απελευθέρωση.

Στα χρόνια της ξενικής κατοχής, ο Δωδεκανησιακός ελληνισμός διετήρησε αλώβητο το ελληνικό του φρόνημα, την γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και κυρίως την πίστη του στην Ορθοδοξία.  Στην παρούσα διάλεξη, θα εξεταστεί μία σκοτεινή περίοδος, αυτή της πρώτης φάσεως της ιταλοκρατίας, με βάση μακροχρόνια έρευνα του ομιλούντος σε αγγλικά και ιταλικά αρχεία.

Ως γνωστόν, η Ιταλία ενοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά το β΄ ήμισυ του 19ου αιώνος. Εξ αρχής, η πολιτική της ηγεσία προσεπάθησε να πείσει την διεθνή κοινότητα (αλλά και τους Ιταλούς) ότι η χώρα αποτελούσε μία Μεγάλη Δύναμη, αν και ήταν προφανές ότι αυτό δεν ίσχυε. Τις επόμενες δεκαετίες, η προσπάθεια αυτή δεν εστέφθη με επιτυχία. Τον Σεπτέμβριο του 1911, η Ρώμη απεφάσισε πως έπρεπε να προχωρήσει σε μία πράξη που θα κατεδείκνυε την νέα θέση της και θα την κατέτασσε αυταπόδεικτα μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Η ιταλική διπλωματία χρησιμοποίησε την υποτιθέμενη παρεμπόδιση στην εκφόρτωση των ιταλικών προϊόντων σε ορισμένα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας ως πρόσχημα για να προσαρτήσει την Τριπολίτιδα, η οποία ευρίσκετο υπό τον έλεγχο της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Την 15η/28η Σεπτεμβρίου, η Ρώμη απέστειλε ένα τελεσίγραφο στην Υψηλή Πύλη, το οποίο έμεινε αναπάντητο.  Ο Σουλτάνος ανέμενε την αντίδραση των συμμάχων της Ιταλίας, στους οποίους προσέτρεξε, δηλ. των Αυστριακών και των Γερμανών. Οι Ιταλοί δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία στις γερμανικές νουθεσίες και απεφάσισαν να συνεχίσουν τις προκλήσεις τους, οι οποίες τελικώς οδήγησαν στο ξέσπασμα του πολέμου.

Η Ρώμη κινητοποίησε 150.000 άνδρες, έναντι μόλις 8.000 Τούρκων και 20.000 Λίβυων πολιτοφυλάκων. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, μία ισχυρή ναυτική μοίρα έκανε την εμφάνισή της στα ανοικτά της Τριπόλεως. Την 3η Οκτωβρίου, τα ιταλικά πλοία βομβάρδισαν τα πεπαλαιωμένα παραθαλάσσια φρούρια της Κυρηναϊκής. Οι φρουρές τους δεν διέθεταν τον απαιτούμενο οπλισμό για να ανταποδώσουν τα πυρά. Μετά την πάροδο μίας εβδομάδος, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις απεβιβάσθησαν στην στεριά και κατευθύνθησαν με διστακτικές κινήσεις προς τα οχυρά.  Οι τουρκικές φρουρές προτίμησαν να καταφύγουν στο εσωτερικό, όπου οργάνωσαν αντάρτικο με την βοήθεια των τοπικών φυλών. Την 5η Νοεμβρίου, η Ρώμη ανεκοίνωσε την επίσημη προσάρτηση της Τριπολίτιδος, δίχως να υπάρξουν αντιδράσεις. Εν τούτοις, ο Σουλτάνος ουδεμία διάθεση διαπραγμάτευσης έδειχνε και οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Βηρυττό.

Ο ιταλο-τουρκικός πόλεμος του 1911-1912 σε επιτραπέζιο παιχνίδι εποχής.

Η Υψηλή Πύλη δεν μετέβαλε πολιτική και ως εκ τούτου η Ρώμη προχώρησε σε μία νέα επίδειξη ισχύος, την επόμενη άνοιξη. Πιο συγκεκριμένα, ναυτικά αγήματα κατέλαβαν την Αστυπάλαια στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, την 22α Απριλίου 1912. Ήταν η αρχή της «απελευθερώσεως» των Δωδεκανήσων από την μακραίωνη κυριαρχία των Οθωμανών. Οι στρατιωτικές ενέργειες των Ιταλών στις νήσους κορυφώθηκαν την 5η Μαΐου, όταν οι δυνάμεις του Στρατηγού Giovanni Battista Ameglio πάτησαν το πόδι τους στη Ρόδο, την οποία και κατέλαβαν σε σύντομο χρονικό διάστημα και λόγω της ουσιαστικής βοήθειας των Ελλήνων κατοίκων της νήσου.

Η τελική παράδοση των Τούρκων στην Ψίνθο εορτάστηκε με τυμπανοκρουσίες σ’ όλη την Ρόδο, ενώ οι Ορθόδοξοι ιερείς προσέφεραν αγιασμένο νερό και τις ευλογίες τους στους νικητές. Την 8η Μαΐου, κατελήφθη η Χάλκη και ακολούθησαν η Τήλος, η Λέρος, η Πάτμος, η Κάλυμνος και οι άλλες νήσοι του συμπλέγματος. Οι Ιταλοί ονόμασαν την κατάληψη των Δωδεκανήσων «απελευθέρωση» και ο Στρατηγός Ameglio διεκήρυξε ότι η Ιταλία ακολουθούσε τον δρόμο, που της είχε χαράξει ο Θεός, διεξάγοντας έναν πόλεμο στο όνομα της δικαιοσύνης και της αγάπης.

Η ανακοίνωση της κατάληψης της Κω στον ιταλικό Τύπο.

Στην Αθήνα, ο Τύπος πανηγύριζε για κάθε ιταλική νίκη επί των Τούρκων. Έχει γραφεί ότι ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ευνοούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ιταλών στο Αιγαίο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της Ρώμης περί μελλοντικής δημιουργίας μίας αυτόνομης επικράτειας υπό ιταλική ή ευρωπαϊκή προστασία. Μάλιστα, φαίνεται ότι δεν απέκλειε ακόμη και την εν όπλοις σύμπραξη με την Ιταλία. Αν και δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας, ο Κρητικός πολιτικός πρότεινε στην Ρώμη την σύναψη μίας συμμαχίας, όπως απεκάλυψε ο Ιταλός πρωθυπουργός Giovanni Giolitti στα Απομνημονεύματά του. Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι προαναφερθείσες προτάσεις δεν βρήκαν ανταπόκριση στην άλλη πλευρά της Αδριατικής.

Την 4η Ιουλίου 1912, οι εκπρόσωποι των Δωδεκανησίων συγκεντρώθηκαν στην Μονή του Αγ. Ιωάννου στην Πάτμο και διεκήρυξαν την επιθυμία των κατοίκων των νήσων όπως ενωθούν με την Ελλάδα. Η διακήρυξη αυτή προκάλεσε την αντίδραση της ιταλικής διοικήσεως, η οποία προχώρησε σε ενέργειες δηλωτικές της προθέσεώς της όπως εγκατασταθεί μονίμως επί των Δωδεκανήσων. Οι προθέσεις των Ιταλών έγιναν φανερές με την υπογραφή της Συνθήκης του Ouchy με την Οθωμανική Αυτοκρατορία την 15η Οκτωβρίου του 1912. Σε αυτήν, αναφερόταν μεταξύ άλλων πως η Ρώμη θα κατείχε τα Δωδεκάνησα προσωρινώς μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Οθωμανού στρατιώτη από την Κυρηναϊκή. Ουδεμία νύξη γινόταν περί αποδόσεως των νήσων στην Ελλάδα ή έστω περί εγκαθιδρύσεως ενός καθεστώτος αυτονομίας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έκδηλη αγανάκτηση τόσο στην Αθήνα όσο και στα Δωδεκάνησα. Οι Έλληνες άρχισαν πλέον να δυσπιστούν εύλογα για τις ιταλικές προθέσεις.

Τρεις ημέρες μετά την υπογραφή της εν λόγω συνθήκης, ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Οι Ιταλοί βρήκαν την κατάλληλη αφορμή για να ματαιώσουν την αποχώρησή τους από τα Δωδεκάνησα, προκαλώντας την έντονη αγανάκτηση των κατοίκων τους. Τους φόβους και τις ανησυχίες των τελευταίων δεν μπορούσε να διασκεδάσει ούτε ο Giolitti, ο οποίος με συνεχείς δηλώσεις του άλλοτε διεκήρυττε πως «η κατάληψη των νήσων δεν αποτελούσε στόχο αλλά μέσον· Η Ιταλία θα τα ξαναπροσφέρει στην Ευρώπη και αυτή θα λύσει το πρόβλημα όσο καλύτερα μπορεί» και άλλοτε πως «η Ιταλία δε διανοήθηκε ποτέ να προσαρτήσει τις νήσους, δημιουργώντας συνθήκες αλυτρωτισμού αντίθετες με τις παραδόσεις της· Η κατάληψή τους έγινε για λόγους καθαρά στρατιωτικούς… Δεν κατέχει τα νησιά αυτά για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεν έχει αναλάβει καμμία σχετική μυστική δέσμευση». Οι καθησυχαστικές αυτές δηλώσεις δεν έπειθαν ούτε τους Έλληνες ούτε τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρεταννίας Sir Arthur Nicolson είχε έναν έντονο διάλογο με τον Ιταλό πρέσβυ στο Λονδίνο Μαρκήσιο Guglielmo Imperiali, στον οποίο τόνισε το ενδιαφέρον της βρεταννικής κυβερνήσεως για την τύχη των νήσων του Αιγαίου. «Ποίων νήσων;» ρώτησε ο Ιταλός πρέσβυς. «Αυτών που κατέλαβαν οι Έλληνες. Δεν ανησυχούμε για όσα κατέχετε Εσείς διότι η Συνθήκη (ενν. η προαναφερθείσα του Οuchy) Σας υποχρεώνει να τα εκκενώσετε και επιπλέον μας διαβεβαιώσατε πως δεν σκοπεύετε να τα κρατήσετε», του απάντησε με εμφατικό τρόπο ο Βρεταννός διπλωμάτης. Ο Ιταλός πρέσβυς, φανερά ενοχλημένος, τον ρώτησε για ποιο λόγο το Λονδίνο ενδιαφερόταν για «εκείνα τα νησιά», δηλαδή τα Δωδεκάνησα. Ο Νicolson  του απήντησε πως ήταν αδύνατον να επιτραπεί σε μία Μεγάλη Δύναμη η κατοχή μίας τόσο στρατηγικής θέσεως διότι διαφορετικά το ίδιο θα επεδίωκαν και άλλες Μεγάλες Δυνάμεις. Την ιδία περίοδο, έντονο ενδιαφέρον εξέφρασε και το Παρίσι, η επιρροή του οποίου στα Δωδεκάνησα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη. Ο Ιταλός πρέσβυς στη γαλλική πρωτεύουσα Tommaso Tittoni διαβεβαίωσε αυτοβούλως τη γαλλική κυβέρνηση πως η Ρώμη προτίθετο να εφαρμόσει την Συνθήκη του Ouchy, επιστρέφοντας τα νησιά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα έως τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων. Στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, η ιταλική αντιπροσωπεία απέφυγε να συζητήσει την υπόθεση, παραπέμποντας τους ενδιαφερομένους στην Συνθήκη του Οuchy. Πάντως, ήταν μάλλον ή ήττον φανερό ότι η Ρώμη προτιμούσε να επιστραφούν τα Δωδεκάνησα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το να δοθούν στην Ελλάδα – πιθανή σύμμαχο των δυνάμεων της Εγκάρδιας Συνεννοήσεως (Entente Cordiale) και συνεπώς μελλοντικής αντιπάλου της Ιταλίας με τα δεδομένα της περιόδου εκείνης. Επιπλέον, η Ρώμη προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί το όλο ζήτημα για να επιτύχει ανταλλάγματα στην περιοχή της Ηπείρου. Την 25η Φεβρουαρίου 1913, οι κάτοικοι της Καλύμνου κήρυξαν την ένωσή τους με την Ελλάδα, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ιταλικής διοικήσεως. Η τελευταία απηγόρευσε την ανάρτηση ελληνικών σημαιών σε όλα τα Δωδεκάνησα. Οι κάτοικοι των τελευταίων αντέδρασαν, αναρτώντας παντού γαλλικές σημαίες, φέρνοντας με τον τρόπο αυτό σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τους Ιταλούς.

Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και αναγκάστηκαν να παρέμβουν ο Πρωθυπουργός Giolitti και ο Υπουργός Εξωτερικών Μαρκήσιος Antonino Paterno – Castello di San Giuliano. Οι τελευταίοι προέβησαν σε μία σειρά δηλώσεων, με τις οποίες διεκήρυτταν πως η Ρώμη δεν είχε την πρόθεση να διατηρήσει τα Δωδεκάνησα υπό την κατοχή της. Την ιδία περίοδο, όμως, ο Στρατηγός Ameglio γινόταν θριαμβευτικά δεκτός στη Ρώμη «σαν κατακτητής», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Driault. Σταδιακά, η αντίφαση μεταξύ λόγων και έργων των Ιταλών ιθυνόντων γινόταν ολοένα και πιο φανερή. Λίγο αργότερα, ο San Giuliano δήλωσε προκλητικά πως «η Ιταλία θα πράξει το καλύτερο ώστε από την αποχώρησή της (ενν. από τα Δωδεκάνησα) να ωφεληθεί περισσότερο η Τουρκία. Άλλωστε, το θέμα των νήσων συνδέεται άμεσα με αυτό των νοτίων συνόρων της Αλβανίας»!

Σειρά ιταλικών γραμματοσήμων, τα οποία κυκλοφόρησαν στα Δωδεκάνησα μεταξύ των ετών 1912 και 1917.

Την 23η Ιουλίου 1913, και ενώ διαρκούσαν ακόμα οι διαπραγματεύσεις στο Βουκουρέστι για τη συνομολόγηση της συνθήκης, με την οποία θα τερματίζονταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Ιταλός πρέσβυς στο Παρίσι δήλωσε πως «εφ’ όσον η Ελλάδα αποκτήσει αξιόλογες εδαφικές εκτάσεις, δεν είναι απαραίτητο να πάρει όλες τις νήσους (ενν. των Δωδεκανήσων). Ορισμένες εξ αυτών θα μπορούσαν να δοθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη εκ μέρους της, της Αδριανουπόλεως».

Η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε τον συμψηφισμό και μέσω εκπροσώπου της τού απάντησε πως το Παρίσι είχε συναινέσει σε μείωση των παραχωρήσεων στην Ήπειρο (ενν. υπέρ της Ελλάδος), ακριβώς επειδή η Ρώμη είχε υποσχεθεί ρητώς να επιτρέψει στις Μεγάλες Δυνάμεις την εκχώρηση όλων των νήσων στην Ελλάδα. Αυτή ήταν η μόνη αποδεκτή διευθέτηση της υποθέσεως για τη γαλλική κυβέρνηση. Την αντίθεσή της προς τις ιταλικές μεθοδεύσεις εξεδήλωσε και η βρεταννική κυβέρνηση, η οποία παρενέβη και πέτυχε την υπογραφή ενός πρωτοκόλλου από εκπροσώπους της ιταλικής κυβερνήσεως στο Λονδίνο την 12η Αυγούστου του 1913. Σύμφωνα με τις διατάξεις του κειμένου εκείνου, η τύχη των νήσων συναρτάτο εκ νέου με αυτήν της Κυρηναϊκής.

Η Ρώμη δεν εκάμφθη από τις αγγλο-γαλλικές αντιδράσεις και προχώρησε αφ’ ενός στη λήψη νέων καταπιεστικών μέτρων εις βάρος των Δωδεκανησίων και αφ’ ετέρου στην ανάληψη πρωτοβουλιών, οι οποίες απέβλεπαν στη μόνιμη εγκατάστασή της στις νήσους. Την 7η Οκτωβρίου, η βρεταννική κυβέρνηση προέβη σε διάβημα προς την αντίστοιχη ιταλική για την τύχη των Δωδεκανήσων. Η απάντηση της Ρώμης ήταν εκ νέου παραπειστική. «Η Ιταλία διεκήρυξε την αρχή ότι καμμία Μεγάλη Δύναμη δεν θα πρέπει να αποκομίσει εδαφικά οφέλη από την πρόσφατη κρίση στην Ανατολή. Πρόθεσή της ήταν να μην παρεκκλίνει από αυτή της τη διακήρυξη…. Η βρεταννική κυβέρνηση όφειλε να τη δεχθεί, παρά οιανδήποτε αντίθετη φημολογία, με την ίδια εμπιστοσύνη, με την οποία γίνονταν δεκτές ανάλογες διαβεβαιώσεις της βρεταννικής κυβερνήσεως…».

Εν τούτοις, λίγες ημέρες αργότερα, την 16η Οκτωβρίου, η Ρώμη απευθύνθηκε στη γαλλική κυβέρνηση, κομίζοντας νέες ρηξικέλευθες προτάσεις. Εάν το Παρίσι επιθυμούσε την διευθέτηση του ζητήματος των νήσων με μοναδικό κριτήριο την εθνικότητα των κατοίκων τους, δηλαδή κατ’ ουσίαν την παραχώρησή τους στην Ελλάδα, θα ερχόταν αντιμέτωπο με την έντονη αντίδραση της ιταλικής κυβερνήσεως. Η τελευταία φρονούσε ότι το κριτήριο αυτό δεν έπρεπε να ισχύσει για τις νήσους του Αιγαίου, η τύχη των οποίων επιβαλλόταν να ρυθμισθεί με βάση τα γενικότερα συμφέροντα στην Ευρώπη.

Το όλο θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τη λήξη του οποίου διοργανώθηκε το Β΄ Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο στη Σύμη, στη Μονή του Πανορμίτη. Τα ψηφίσματά του υπέρ της ενώσεως των νήσων με την Ελλάδα ακολούθησαν ζωηρές εκδηλώσεις στη Σύμη, οι οποίες κατεστάλησαν με αγριότητα από την ιταλική διοίκηση. Την 29η Ιουλίου 1919, υπεγράφη το Σύμφωνο Tittoni – Βενιζέλου, βάσει του οποίου όλα τα Δωδεκάνησα, πλην της Ρόδου, θα αποδίδονταν στην Ελλάδα. Το μεγάλο μειονέκτημα του εν λόγω Συμφώνου ήταν ότι η εφαρμογή των όρων του τελούσε υπό αίρεση (σύμφωνα με το άρθρο 7). Η Ιταλία θα υπεστήριζε τις ελληνικές διεκδικήσεις στο μέτρο, που θα εκπληρώνονταν οι δικές της από την Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Εάν η Ιταλία δεν ικανοποιείτο στην Μικρά Ασία, τότε αποκτούσε πλήρη ελευθερία κινήσεων ως προς όλα τα σημεία του Συμφώνου.

Την 13η Ιανουαρίου 1920, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο συμφώνησε στον καθορισμό των νοτίων συνόρων της Αλβανίας με βάση τις επιδιώξεις της Ρώμης. Ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας Francesco Saverio Nitti δήλωσε πως το άρθρο 7 του Συμφώνου Tittoni – Βενιζέλου εξακολουθούσε να ισχύει, προφανώς διότι δεν είχε επιλυθεί ακόμη το ακανθώδες Μικρασιατικό ζήτημα. Την 17η Μαΐου, η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών απεφάσισε την απόδοση, μεταξύ άλλων, και των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (Resolution 324). Η απόφαση αυτή ελάχιστα επηρέασε την πορεία των πραγμάτων. Η Ιταλία δεν έμεινε ικανοποιημένη από την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την οριστική διευθέτηση του Μικρασιατικού ζητήματος και πριν καν υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών (την 10η Αυγούστου 1920), ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Κόμης Carlo Sforza κατήγγειλε το Σύμφωνο Tittoni – Βενιζέλου, επικαλούμενος ακριβώς το άρθρο 7. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αργοπορημένη μεν, οξεία δε αντίδραση του Λονδίνου. Λίγες ημέρες αργότερα, υπεγράφη η Συνθήκη των Σεβρών, στο άρθρο 122 της οποίας αναφερόταν ότι η Τουρκία παραιτείτο των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί των Δωδεκανήσων υπέρ της Ιταλίας.

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Tommaso Tittoni.

Μολαταύτα, η Συνθήκη αυτή δεν επρόκειτο να ισχύσει εξαιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής. Τον Οκτώβριο του 1922, ο πρέσβυς της Μεγ. Βρεταννίας στη Ρώμη επέδωσε μία δριμεία ανακοίνωση της κυβερνήσεως του προς την αντίστοιχη ιταλική εξ αφορμής της στάσεως της τελευταίας στο Δωδεκανησιακό. Οι απειλές, οι οποίες εκτοξεύονταν, ήταν άνευ αντικρίσματος, αλλά η ουσία της επιστολής, δηλαδή το ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν εδικαιούτο να καταγγείλει μονομερώς μία διεθνή συμφωνία, παρέμενε σημαντική. Επίσης, έδινε ένα σοβαρό έρεισμα στην ελληνική κυβέρνηση για να αξιώνει την επίτευξη μίας λύσεως σύμφωνα με την αρχή των εθνοτήτων. Η μετριοπαθής απάντηση του νέου ισχυρού άνδρα της Ιταλίας Benito Mussolini δεν απέκρυπτε την δυσφορία των Ιταλών για την «ελληνική εμμονή» επί του θέματος. Ως έμπρακτη απόδειξη της δυσφορίας αυτής, η κυβέρνηση της Ιταλίας άφησε αναπάντητες τις επανειλημμένες προτάσεις του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Απόστολου Αλεξανδρή, όπως ο τελευταίος συναντηθεί με κάποιον Ιταλό αξιωματούχο προς εξομάλυνση των διμερών σχέσεων. Άλλωστε η Ρώμη εμφορείτο από σαφή ανθελληνικά αισθήματα, τουλάχιστον από την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Η στάση αυτή πολλών Ιταλών ιθυνόντων και μεγάλης μερίδος της κοινής γνώμης έγινε μονιμότερη μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, όταν οι υπόλοιποι Σύμμαχοι δεν ικανοποίησαν τις βλέψεις της Ρώμης στην Μικρά Ασία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε αναγνωρίσει έως τότε τη νέα επαναστατική κυβέρνηση των Αθηνών, ακολουθώντας σε τούτο το Λονδίνο.

Στις διαπραγματεύσεις οι οποίες διεξάγονταν στη Λωζάννη μετά την Μικρασιατική καταστροφή, η ιταλική αντιπροσωπεία υπεστήριζε ότι τα ιταλικά στρατεύματα «ευρίσκοντο» (και όχι «κατείχαν») στα Δωδεκάνησα για να προστατεύσουν τους «ομόθρησκούς τους Έλληνες» από πιθανές πράξεις αντεκδικήσεως των Τούρκων. Ένας ακόμη στόχος των Ιταλών ήταν η δήθεν αποτροπή της καταλήψεως των νήσων από την Τουρκία. Μάλιστα, ο ίδιος ο Mussolini φέρεται ότι υποσχόταν την συνδρομή του προς την Ελλάδα, σε περίπτωση που η τελευταία δεχόταν τουρκική επίθεση. Ενδεικτικό, ίσως, του όλου κλίματος υπήρξε το γεγονός της εμφανούς αγανακτήσεως ορισμένων Ιταλών διπλωματών από την εμμονή των Τούρκων όπως τους αποδοθεί το Καστελλόριζο.

Από την άλλη πλευρά, οι Βρεταννοί διεκήρυτταν ότι δεν θα απέδιδαν το ευρισκόμενο στην Αφρική Jubaland στους Ιταλούς, ως όφειλαν, και κυρίως πίεζαν την Ρώμη για την εφαρμογή του ήδη καταγγελθέντος από αυτήν Συμφώνου Tittoni – Βενιζέλου. Η μη διορατική αυτή στάση του Foreign Office επέτρεπε στον Mussolini να βρίσκεται μονίμως σε θέση ισχύος, επικαλούμενος το άρθρο 7 του εν λόγω Συμφώνου. Η σταθερή πολιτική θέση των Ιταλών επί του θέματος οδήγησε τον Βενιζέλο στη σκέψη να μεταβεί στην Ρώμη αυτοπροσώπως για να διευθετήσει το ζήτημα με τον ίδιο τον Ιταλό ηγέτη.

Τελικώς, το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και στο τελικό κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης (στα άρθρα 15 και 16) υιοθετήθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 122  της Συνθήκης των Σεβρών. Η Ιταλία δήλωσε πως παρέμενε σε ισχύ η υποχρέωσή της όπως συζητήσει το θέμα με τους άλλους Συμμάχους για την οριστική διευθέτησή του και η Τουρκία δήλωσε ότι παραιτείτο των δικαιωμάτων της επί των Δωδεκανήσων υπέρ των Ιταλών. Έκτοτε, το θέμα θεωρήθηκε λήξαν για την Ρώμη παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του Βρεταννού Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου George Nathaniel Curzon. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι θα απέφευγαν την επανεξέταση της υποθέσεως, εάν επισπευδόταν η επικύρωση της Συνθήκης της Λωζάννης από τους συμβαλλομένους. Απώτερος στόχος της ιταλικής διπλωματίας ήταν η τυπική μεταβίβαση της κυριαρχίας των νήσων από τους Τούρκους να γίνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο νομικώς, καθώς δεν υπήρχε ειδικός όρος επανεξετάσεως της υποθέσεως στο κείμενο της Συνθήκης.

Η πολιτική, όμως, αυτή δεν έβρισκε σύμφωνο τον Mussolini, ο οποίος επιθυμούσε να ξεκαθαρίσει την όλη υπόθεση κατά το γνωστό, εντυπωσιακό φασιστικό φαίνεσθαι. H σιωπηλή έστω επικράτησή του στη Λωζάννη επί των Βρεταννών δεν τον ικανοποιούσε και επιπλέον αυτός είχε εξοργιστεί από τα συχνά δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου, που απηχούσαν την οργή των Ελλήνων για την στάση της Ιταλίας στο Δωδεκανησιακό και το Βορειοηπειρωτικό. Προς τούτο, είχε ετοιμάσει μία διακήρυξη, με την οποία θα ανεκοίνωνε την επίσημη προσάρτηση των Δωδεκανήσων στην Ιταλία. Επιπλέον, ο Ιταλός ηγέτης σχεδίαζε την εμφάνιση μίας ναυτικής μοίρας στα χωρικά ύδατα των νήσων για να δώσει πανηγυρικό τόνο στην επίσημη προσάρτησή τους. Οι σχετικές εντολές είχαν ήδη δοθεί από τον Ιούλιο του έτους εκείνου (δηλαδή του 1923) και μεγάλες μονάδες του ιταλικού στόλου προετοιμάζονταν με εντατικούς ρυθμούς.

Η είδηση έφτασε μέχρι το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, οι ιθύνοντες του οποίου αντέδρασαν έντονα. Οι τελευταίοι διέβλεψαν εγκαίρως την ένταση, η οποία θα δημιουργείτο στις σχέσεις της Ρώμης με την Αθήνα και κυρίως με το Λονδίνο. Άλλωστε, η μετάβαση μίας πολυπληθούς ναυτικής μοίρας προς κατάληψη νήσων, οι οποίες ήδη ευρίσκοντο de facto υπό την ιταλική κυριαρχία από δεκαετίας, εκτός από πολυδάπανη και περιττή ενέργεια, καθίστατο εν πολλοίς και γελοία κατά την ρήση υψηλόβαθμου Ιταλού διπλωμάτη.

Η κατάσταση περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο όταν το σχέδιο αυτό διέρρευσε στους Βρεταννούς. Ο μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρεταννίας Sir Eyre Crowe συνάντησε εσπευσμένα τον Ιταλό πρέσβυ στο Λονδίνο Μαρκήσιο Pietro Paolo Tomasi della Torretta και τον ενημέρωσε για την πλήρη διαφωνία της βρεταννικής κυβερνήσεως προς το ιταλικό σχέδιο,  υπενθυμίζοντάς του τις παλαιότερες υποσχέσεις του Mussolini προς τον Curzon επί του θέματος. Ο Ιταλός πρέσβυς ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση και ο Ιταλός ηγέτης εξοργίστηκε σε τέτοιον βαθμό ώστε συνέταξε ο ίδιος μία απαντητική διακοίνωση προς την βρεταννική κυβέρνηση. Αν και υπάρχουν ενδείξεις περί κλονισμού της εμπιστοσύνης του μετέπειτα Duce του φασισμού ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος, οι σχετικές διαταγές του δεν ανεκλήθησαν. Απλώς, επήλθε μία τροποποίησή τους, η οποία συνίστατο στην ενδεχόμενη κατάληψη της Κερκύρας, στην περίπτωση κατά την οποία η Αθήνα αντιδρούσε στην επίσημη προσάρτηση των Δωδεκανήσων στην Ιταλία. Οι ρυθμοί της προετοιμασίας για την εφαρμογή του όλου σχεδίου επιταχύνθηκαν. Την 20η Αυγούστου 1923, η Τουρκία επεκύρωσε την Συνθήκη της Λωζάννης, ενώ το ίδιο έπραξε και η Ελλάδα έξι ημέρες αργότερα.

Οι διαπραγματεύσεις της Λωζάνης (γελοιογραφία των Alois Derso και Emery Kelèn).

Αμέσως μετά, έλαβε χώρα η περίεργη δολοφονία των μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας διαχαράξεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου και η ιταλική κυβέρνηση επέδωσε ένα τελεσίγραφο προς την αντίστοιχη ελληνική. Η τελευταία απεδέχθη μερικώς το τελεσίγραφο εκείνο. Ο Ιταλός ηγέτης, δίχως να περιμένει καν την απάντηση των Αθηνών, διέταξε την κατάληψη της Κερκύρας, από την οποία απεχώρησαν οι Ιταλοί ύστερα από έναν μήνα αφού πρώτα εξασφάλισαν την καταβολή αποζημιώσεως εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την  αναβολή της επισήμου ανακοινώσεως της προσαρτήσεως των Δωδεκανήσων στην Ιταλία, η κυβέρνηση της οποίας ήλπιζε στην παγίωση της de facto καταστάσεως. Το Foreign Office, όμως, συνέχισε να θεωρεί πως η Ρώμη ήταν ηθικά, αν όχι και νομικά, δεσμευμένη να αποδώσει στην Αθήνα τις νήσους.

Τον Οκτώβριο του 1923, κυκλοφόρησαν φήμες περί μονομερούς ιταλικής ενεργείας στα Δωδεκάνησα. Ο Curzon εξοργίστηκε τόσο ώστε απέστειλε τηλεγράφημα προς τον πρέσβυ της χώρας του στην Ρώμη Sir Ronald Graham, με το οποίο  καλούσε τον τελευταίο να τονίσει στον Mussolini ότι ο ίδιος (δηλαδή ο Curzon) δεν είχε εγείρει αξιώσεις επιστροφής των νήσων στην Ελλάδα κατά τις διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη, εμπιστευόμενος τα λόγια του ιδίου του Ιταλού ηγέτη ότι «το θέμα επ’ ουδενί λόγω εθεωρείτο λήξαν».

Πράγματι, ο Graham συνήντησε τον Ιταλό ηγέτη και του μετεβίβασε τις απόψεις του προϊσταμένου του, παρ’ όλες τις παρακλήσεις του γενικού γραμματέα του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών Salvatore  Contarini  όπως ανακινήσει το θέμα «εν ευθέτω χρόνω». Παραδόξως, ο μετέπειτα Duce του φασισμού όχι μόνο δεν εξοργίστηκε αλλά συμφώνησε να μην προβεί σε καμμία ενέργεια προτού συμβουλευθεί τον Curzon. O παριστάμενος Contarini είχε μείνει άναυδος και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ρωτήσει «οff the record» τον Βρεταννό πρέσβυ τι ακριβώς επιθυμούσε το Λονδίνο. Ο Βρεταννός διπλωμάτης απήντησε ότι δεν είχε επίσημη ενημέρωση επ’ αυτού αλλά πως ο ίδιος πίστευε ότι η Μεγ. Βρεταννία θα ικανοποιείτο εάν οι Έλληνες έμεναν ευχαριστημένοι από την διευθέτηση του ζητήματος. Άλλωστε, οι νήσοι ήταν ελληνικές και όσες περισσότερες απέδιδε η Ρώμη στην Αθήνα τόσο το καλύτερο. Ο Contarini ανταπάντησε πως η Ρόδος δεν ετίθετο καν υπό διαπραγμάτευση για την Ιταλία. Η Ρώμη, ίσως, να έδινε στην Αθήνα τις πλησιέστερα ευρισκόμενες στην Ελλάδα νήσους, διατηρώντας, όμως, υπό την κατοχή της τις υπόλοιπες.

Ρόδος, 1920: Carabinieri Reali (Ιταλική Αστυνομία).

Κατά το προσεχές δίμηνο, οι Curzon και Della Torretta επεξεργάστηκαν ένα σχέδιο για την απόδοση στην Ελλάδα εννέα νήσων, το οποίο έμεινε ανεφάρμοστο λόγω της «πτώσεως» της κυβερνήσεως των Συντηρητικών στην Μεγ. Βρεταννία. Στις αρχές του 1924, η Αθήνα μετέβαλε πολιτική και διεμήνυσε στο Λονδίνο πως θεωρούσε ορθότερο το να μην «διασπάσει» τα Δωδεκάνησα αναλόγως της γεωγραφικής τους θέσεως, αφήνοντας το όλο θέμα ανοικτό για μία συνολική διευθέτηση στο μέλλον. Τον Ιανουάριο του 1924, υπήρξε κυβερνητική μεταβολή στην Μεγ. Βρεταννία και σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ των Εργατικών και των Φιλελευθέρων. Ο νέος Βρεταννός πρωθυπουργός Ramsay MacDonald ήταν περισσότερο φιλικός προς τον Mussolini από πολλούς άλλους Bρεταννούς πολιτικούς, αν και ο ίδιος ανήκε στο Εργατικό κόμμα, μέλη του οποίου είχαν καταφερθεί με σφοδρότητα κατά του φασισμού και του Mussolini προσωπικώς. O ΜacDonald πήρε, λοιπόν, την πρωτοβουλία και αποσυνέδεσε το Δωδεκανησιακό από την υποχρέωση της χώρας του όπως αποδώσει το Jubaland στην Ιταλία. Η πράξη αυτή διευκόλυνε αφάνταστα τον Ιταλό ηγέτη, ο οποίος δεν είχε να πράξει τίποτα περισσότερο από το να περιμένει απλώς το οριστικό κλείσιμο της υποθέσεως με την αποδοχή των τετελεσμένων από πλευράς του Λονδίνου. Αυτό έγινε με δηλώσεις του Βρεταννού Υπουργού Εξωτερικών Sir Austen Joseph Chamberlain στο βρεταννικό Κοινοβούλιο, λίγο αργότερα.

Ύστερα από τις δηλώσεις αυτές, ο Mussolini άφησε την τυπική λήξη της υποθέσεως στους Ιταλούς βουλευτές. Πράγματι, σε μία επεισοδιακή συνεδρίαση του ιταλικού κοινοβουλίου (την 25η Μαρτίου 1925) εκφράστηκαν ξεκάθαρα και επισήμως οι ιταλικές βλέψεις επί των νήσων. Πιο χαρακτηριστικά, ένας βουλευτής είπε: «η Ιταλία επιβαλλόταν να εγκατασταθεί οριστικώς εις τας νήσους… και να κηρύξει την προσάρτησή τους δια να συντρίψει με ένα πλήγμα τον ελληνικό αλυτρωτισμό». Ένας άλλος συνάδελφός του δήλωσε ανερυθρίαστα πως: «τα Δωδεκάνησα δεν είναι ελληνικά. Το ελληνικό φρόνημα των Ορθοδόξων κατοίκων τους είναι υπό αμφισβήτησιν… αντιθέτως η “λατινικότητα” της Ρόδου είναι καταφανής από την εποχή του Μεσαίωνα, γεγονός το οποίο δηλώνεται από τα μνημεία της» κ.ο.κ.. Η αντίθεση με τις δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού Giolitti και των λοιπών Ιταλών ιθυνόντων κατά τα έτη 1912 – 1913 είναι προφανής. Η συζήτηση επεκτάθηκε στην ακολουθητέα πολιτική της Ρώμης στον χώρο της ευρύτερης Ανατολής. Όλοι οι ομιλητές τόνισαν ότι τα Δωδεκάνησα θα αποτελούσαν βάση εξορμήσεως για νέες «κατακτήσεις».

Ρόδος, δεκαετία του 1920. Λουόμενοι στην ακτή του Ξενοδοχείου των Ρόδων.

Η ιταλική κατοχή των νήσων διήρκεσε έως το 1943. Οι Έλληνες των νήσων υπέστησαν τα πάνδεινα καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ενώ κατέβαλαν βαρύ φόρο αίματος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μέλη του Συντάγματος Εθελοντών Δωδεκανησίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος νεκρός αξιωματικός των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν ο γεννηθείς στην Χάλκη Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. Πιο συγκεκριμένα, λίγο μετά την εκδήλωση της ιταλικής επιθέσεως, οδήγησε τους άνδρες του στην ανακατάληψη ενός λόφου, φωνάζοντας «Εμπρός παιδιά! Για μια μεγάλη Ελλάδα! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο!». Η φράση αυτή ήταν η τελευταία της επίγειας ζωής του. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά, πέρασε στο πάνθεον των ηρώων του ελληνισμού, στο πλάϊ όλων όσων «έπεσαν» υπέρ Πατρίδος.

Από τα τέλη Ιουνίου του 1944, τμήματα του Ιερού Λόχου διεξήγαγαν μία σειρά από καταδρομικές επιχειρήσεις σε διάφορες νήσους του συμπλέγματος των Δωδεκανήσων (Κάλυμνο, Σύμη, Κάρπαθο, Κω, Τήλο και Νίσυρο), ενώ ο διοικητής του Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες παρίστατο στην παράδοση του Γερμανού Διοικητού Δωδεκανήσων Στρατηγού Όττο Βάγκενερ. Μάλιστα, ο τελευταίος είχε εκφράσει την επιθυμία να παραδοθεί σε Έλληνες. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος παρέδωσε το όπλο του στον αρχαιότερο αξιωματικό Βρεταννό Ταξίαρχο Τζέημς Μόφφατ. Ο Βρεταννός αξιωματικός, όμως, το έδωσε στον Τσιγάντε, λέγοντάς του: «Αυτό το τρόπαιο ανήκει σε Εσάς και στον Ιερό Λόχο». Τότε, ο θλιμμένος αλλά πάντοτε σοβαρός Βάγκενερ έστρεψε το βλέμμα του στον Βρεταννό Ταξίαρχο, επιδοκιμάζοντας την πράξη του, λέγοντας «ja», δηλαδή «ναι».

Την 27η Ιουνίου 1946, η Συνδιάσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών των νικητριών Συμμαχικών δυνάμεων απεφάσισε την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Η Ιταλία επεδίωξε να υπάρξει συμψηφισμός με τις πολεμικές αποζημιώσεις, τις οποίες όφειλε να καταβάλει στην Ελλάδα, ισχυριζόμενη ότι είχε υποβληθεί σε μεγάλες δαπάνες κατά την διάρκεια της κατοχής των νήσων για την πραγματοποίηση δημοσίων έργων, τα οποία έμειναν προς όφελος των κατοίκων. Η ελληνική αντιπροσωπεία υπεστήριξε ότι επρόκειτο κατά βάση για έργα βιτρίνας προς προπαγάνδιση του δήθεν «λατινικού μεγαλείου». Επίσης, αυτά είχαν πραγματοποιηθεί με αναγκαστική απαλλοτρίωση επί κτημάτων Ελλήνων κατοίκων των νήσων, οι οποίοι έλαβαν ελάχιστα χρήματα ως αποζημίωση. Τρίτον, τα έργα πραγματοποιήθηκαν κατά βάση με την εργασία των Δωδεκανησίων, οι οποίοι αμοίβονταν μόλις με το 1/5 των Ιταλών συναδέλφων τους. Τέλος, ο προϋπολογισμός των νήσων ήταν πλεονασματικός και μόλις μία φορά κατά την διάρκεια των 31 ετών της ιταλικής κατοχής απαιτήθηκε η συνδρομή χρημάτων από τον προϋπολογισμό της μητροπολιτικής Ιταλίας. Άλλωστε, όπως γνωρίζετε κάλλιον εμού, η Ρόδος είναι αυτάρκης επισιτιστικά. Η ελληνική επιχειρηματολογία έπεισε την διεθνή κοινότητα και η Ιταλία υπεχρεώθη στην καταβολή αποζημιώσεων.

Η ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα επικυρώθηκε με την ελληνοϊταλική Συνθήκη των Παρισίων, η οποία υπεγράφη την 10η Φεβρουαρίου 1947. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα με πλήρη κυριαρχία τις νήσους του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου και τις παρακείμενες νησίδες. Ο Βρεταννός διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων Κατοχής Δωδεκανήσου Ταξίαρχος Arthur Stanley Parker παρέδωσε στον σύζυγο της Πριγκιπίσσης Μαρίας (αδελφής του Βασιλέως Γεωργίου) Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη την στρατιωτική διοίκηση των νήσων, υπογράφοντας σχετικό πρωτόκολλο, την 31η Μαρτίου 1947.

Από την ημέρα εκείνη, άρχισε η μεταβατική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου. Την 11η Ιουνίου, η ζώνη διαιρέθηκε σε τέσσαρες περιοχές (Ρόδου, Καλύμνου, Καρπάθου και Κω). Τότε, κατεγράφησαν μία προς μία οι νησίδες που υπάγονταν σε κάθε περιφέρεια ως παρακείμενες στις 14 μεγαλύτερες νήσους. Συνολικά, αναφέρονταν 41 νησίδες και 132 νησίδια. Την 9η Ιανουαρίου 1948, με το άρθρο 1 του Νόμου 518 «Περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα» τερματίστηκε το μεταβατικό στάδιο της ελληνικής στρατιωτικής διοικήσεως. Την 7η Μαρτίου 1948, πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή της ενσωματώσεως, παρουσία του βασιλικού ζεύγους, μελών της κυβερνήσεως και της στρατιωτικής ηγεσίας.

Ο Δήμαρχος Ρόδου Γαβριήλ Χαρίτος παρέδωσε συμβολικά στον Βασιλέα Παύλο το κλειδί της πόλεως και είπε:

«Το προαιώνιον όνειρον των Δωδεκανησίων πραγματοποιείται σήμερον και ολοκληρούται το εθνικόν έργον των. Με την συντελουμένην σήμερον ενσωμάτωσιν της πολυπαθούς Δωδεκανήσου εις την Μητέρα Ελλάδα τερματίζεται μία οδυνηρά περίοδος της ελληνικής ιστορίας και αρχίζει μία περίοδος νέα και πλήρης ελπίδων. Οι Δωδεκανήσιοι έχουν πλέον πλήρη επίγνωσιν της αποστολής των και γνωρίζουν ότι δια της ενώσεως θα συμβάλουν απ’ ευθείας εις την ευημερίαν, την πρόοδον και την ακμήν της Ελλάδος. Η δε συμβολή των αυτή θα είναι πιο πολυτιμοτάτη διά την εθνικήν πνευματικήν ανάπτυξιν και το μεγαλείον του Έθνους μας.

Μεγαλειότατοι!

Υπό το κράτος της πλέον ισχυράς συγκινήσεως δια την εξαιρετικήν εύνοιαν την οποίαν η τύχη επεφύλασσεν εις εμέ, παραδίδω εις Υμάς, τους ανταξίους συνεχιστάς της αίγλης των Βασιλέων του Βυζαντίου και του αειμνήστου αδελφού σας Γεωργίου του Β΄ του οποίου το πνεύμα θα σας είναι πιστός συμπαραστάτης, τας κλείδας της πόλεως της Ρόδου και των άλλων Δωδεκανήσων, με την διάπυρον ευχήν όπως συνεχίσετε την ένδοξον πορείαν Σας».

Ρόδος, 7 Μαρτίου 1948. Η επίσημη τελετή της ενσωματώσεως.

Στο σημείο αυτό, περατώνεται η περιήγηση στις δέλτους της ιστορίας και τα γρανάζια της διπλωματίας. Σήμερα, εβδομήντα έτη μετά, η ιταλική κατοχή αποτελεί μία μακρινή και δυσάρεστη ανάμνηση για τους κατοίκους των Δωδεκανήσων. Οι νήσοι αυτές ήταν, είναι και θα παραμείνουν ελληνικές!

I reali Savoia sbarcano a Rodi 19/05/1929

(Πηγή: Istituto Luce Cinecittà – Archivio Storico)

Ρόδος – Ιταλικά επίκαιρα (Πηγή: Kalymnos Archives)

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή διαλέξεως από τον συγγραφέα στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων της Ρόδου στις 2 Μαρτίου 2018.

0 comments on “Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Η πορεία του Ζητήματος των Δωδεκανήσων από την “απελευθέρωσή” τους από την οθωμανική κυριαρχία έως την προσάρτησή τους στην Ιταλία (1912-1925)

Αφήστε μια απάντηση