
Μετά την κατάληψη της Δωδεκανήσου από την Ιταλία, η εμπορική κατάσταση στα Δωδεκάνησα άρχισε να αλλάζει. Μεταξύ των άλλων, οι Ιταλοί υποχρέωσαν του εμπόρους να κρατούν λογιστικά βιβλία βάσει του Ιταλικού Αστικού Δικαίου τα οποία ελέγχονταν από το «Con Decreto del Tribunale Civile e penale di Rodi». Ευτυχώς διασώθηκαν τα λογιστικά βιβλία και αλληλογραφίας του εμπόρου της Σύμη Σάββα Γ. Κασσώτη από τα οποία περιέχουν πολλές πληροφορίες για την εμπορική κατάσταση στα Δωδεκάνησα της εποχή της Ιταλοκρατίας.
Από την Σύμη στην Ρόδο
Στην αρχή σταδιακά, και στην συνέχεια με γοργούς ρυθμούς, οι Ιταλοί άρχισαν να μεταφέρουν το εμπορικό κέντρο της Δωδεκανήσου από την Σύμη στην Ρόδο, όπου αρχίζει να αναπτύσσετε η εμπορική δραστηριότητα των εκεί Εβραίων (Ισαάκ Αλχαδέφ, Σαούλ Αλχαδέφ, Σολομών Αλχαδέφ, Υιοί Σολομών Αλχαδέφ, Γερουσαλήμ Avsaradel, Γιερουσαλήμ & Alkana, Αδελφοί Καπελούτο, Βενένζο Καστάλδο, Αστλία Κορσίνι, Κορσίνι & Καλομένη, Ισαάκ Μανεσέ, Σολομών Μπεχάρ, Βενιαμίν Μπεχάρ, Χουσδαΐ Μορένο, Χορδοχάι Μενεσέ, Μουσαφίρ Τουριέλ, Φράγκο & Ραχαμίμ, Η. Μ. Φράγκο, Φράγκο Ραχαμίμ).
Όπως και των Ελλήνων της Ρόδου (Αδελφοί Αποστόλου, Αγιακάτσικας, Υιοί Αγιακάτσικα, Νικόλαος Ασπράκης, Αθανάσιος Βομβίλας, Γεώργιος Καμεζόπουλος, Καμεζόπουλος & Τσουβαλάς, Αδελφοί Καπούγια, Μιλτιάδης Κοζάς, Μιχαήλ Ν. Μπόνης, Κωσταντίνος Πανταζής, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Π. Σ. Χ#. Παρασκευάς, Τ. Σαραντόπουλος, Αδελφοί Τσιμέντα, Νικόλαος Υψηλάντης, Κωνσταντίνος Φωτάρας, Θεόδωρος Χατζηδημητρίου).

Παράλληλα άρχισαν να δραστηριοποιούνται, εκτός από τις τράπεζες, και Ιταλικές επιχειρήσεις (Εταιρία Τέμι, Κυρασόλι & Σία, Giatome Ettore Aperio, Isal Rodi, Saul Rodi, Netanel Rodi, Jeanco Rodi, Brocchi Figlio από την Τεργέστη και μια άλλη εταιρεία την Νεάπολη). Όπως και η εταιρεία Fröhlich & Wolter από την Γερμανία, και μια άλλη εταιρεία από την Γαλλία. Επίσης δραστηριοποιούνται και έμποροι από την Ηπειρωτική Ελλάδα που ασχολούνται με εξαγωγές στα Δωδεκάνησα (Γεώργιος Αγ. Αγγελίδης, Υιοί Κ. Βερόπουλου, Χρ. Γηραίν, Κωνσταντίνος Ι. Καρακώστας, Κανάρης Παπαναστασόπουλος και Δ. Ν. Χαραλαμπόπουλος από τον Πειραιά. Σ. Δ. Διαμαντίδης από την Αθήνα, Δ. Ν. Χαραλαμπόπουλο από την Πάτρα).
Η Σύμη συνεχίζει
Επίσης, αν όχι όπως επί Τουρκοκρατίας, αρκετοί έμποροι συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στην Σύμη (Αγγελίδης & Κυπραίος, Δημήτριος Αρφαράς, Φιλήμωνας Αρφαράς, Αδελφοί Βογιαζή, Φώτης Ζουρούδης, Σάββας Κασσώτης, Δημήτριος Καστρουνής, Υιοί Γρηγορίου Κατσαρά, Φωτεινός Κλαδάκης, Γεώργιος Φώτη Κουμνενής, Κωνσταντίνος Πάχος, Φιλίρατος Κ. Πάχος, Υιοί Μιχαήλ Πετρίδη, Ιωάννης Φαρμακίδης). Μεταξύ αυτών, πρωτεύουσα θέση κατέχουν οι Αγγελίδης & Κυπραίος.
Εμπορεύματα
Τα εμπορεύματα που διακινούνται στα Δωδεκάνησα αυτή την εποχή είναι κυρίως φαγώσιμα: αλεύρι (Ιταλίας, Αυστραλίας, Βουλγαρίας, Γαλλίας και Ρωσίας), αλλαντικά (αντσούγιες, αχιβάδες, βακαλάο, βουράκια, γαρίδες, ελιές, καβούρια, καλαμαράκια, κασέρι, κολιοί, λακέρδα, μορταντέλλα, παλαμίδες, πιπεριές, σαύροι, σκουμπριά, σολομοί, σαρδέλες Καλιφόρνιας, Ισπανίας και Πορτογαλίας, ταραμάς, τυρί φέτα και χαψιά), αλκοόλ, αμύγδαλα, ανθρακικό οξύ για γκαζόζες, αποικιακά, βούτυρο, γάλα, ελαιόλαδο, ζάχαρη, ζαχαρωτά, καλαμπόκι, καρύδια, καφές, κονιάκ, κρασί, κριθάρι, λεμόνια, λουκούμια, μακαρόνια (σπαγγέτι, μακαροζίνο, κριθαράκι και πάστα), μαστίχα Χίου, μαστίχες, μπίρες, νερό Αγ. Σουλά, ξερά σύκα, πατάτες (Κύπρου και Ροδίτικες), πεπονόσπορος, πίτουρα, ρύζι (γλασέ, ραγκού, Αιγύπτου, Ιταλίας και Ιαπωνίας), ροβίθια, σησάμι, σιτάρι, σκόρδα, σόγια, σοκολάτες, σπορέλαιο, σταφύλια, ταχίνι, τσάι, φακή, φασόλια, φιστίκια, χαλβά.

Τα μη φαγώσιμα εμπορεύματα είναι: Αχυρόχαρτα, βενζίνη, γραβάτες, γυαλόλαμπες, δέρματα, εμαγιέ, κάμποτα, καπέλα (ενδυμασίας και ψάθινα), καπνό, καρούλια, κασμίρια, κεριά, λάμπες πετρελαίου, λιβάνι, λουλάκι, λουξ, μεταξωτά, μωροδιακά, ξυλεία, ξυραφάκια, οινόπνευμα, παπούτσια (πέτσινα και λαστιχένια), πετρέλαιο, πετσί, σαπούνι (ντόπιο και Ολλανδίας), σιγαρέτα, σπαρματσέτα, σπίρτα, σχοινιά, τακούνια, στάμπες, τσιγαρόχαρτα, τσιμέντα, υαλικά, υφάσματα, φυσίγγια, χαρτικά, ώχρα.
Ανταλλαγές
Πολλές συναλλαγές γίνονταν μεταξύ εμπόρων και μεταξύ εμπόρων και άλλων επαγγελματιών με ανταλλαγές. Ο Σάββας Κασσώτης εισάγει αλεύρι, ζάχαρη, ρύζι, αλλαντικά και άλλα φαγώσιμα. Ο Κωνσταντίνος Μπρουζάκης εισάγει τσιγάρα και καπνά και οι Αδελφοί Βογιαζή πετρέλαιο. Γίνονται ανταλλαγές και ο καθένας διαθέτει στους πελάτες του εμπορεύματα που δεν εισήγαγε ο ίδιος.
Ο Σάββας Κασσώτης προμηθεύει ζάχαρη στο ταχινοποιείο του Στελιανού Παπαδόπουλου και εις ανταλλαγή παίρνει ταχίνι και χαλβά. Προμηθεύει τους Πέτρο Φουρνάρη και Μανώλη Μαραβέλια αλεύρι ανταλλάζοντας το με ψωμιά και γαλέτες. Προμηθεύει ζάχαρη στους Αδελφούς Ζουρούδη και το ανταλλάσσει με ζαχαρωτά που κατασκευάζονταν στη Σύμη. Για τα εμπορεύματα που προμηθεύει το Μοναστήρι του Πανορμίτη του δίνουν το κερί που φέρνουν οι πιστοί και τους περισσεύει. Τα εμπορεύματα που προέρχονται από την ανταλλαγή τα μεταπουλά στους πελάτες του. Οι Αγγελίδης & Κυπραίος εισάγουν μηχανές καϊκιών σκάντια, τις οποίες διαθέτουν και σε άλλα νησιά. Μόνο στην Κάρπαθο, μέσω του Σάββα Κασσώτη, διέθεσαν τέσσερις μηχανές στους: Μανώλη Λάμπρο έναντι £450, Κώστα & Στέλιο Φαρμακίδη £300, Νικόλαο Πρωτόπαπα £150, Εμμανουήλ Χατζηαντωνίου (μηχανάκι) £30.

Έναντι των ενοικίων καταστημάτων και αποθηκών στον Γιαλό και στο Χωριό, με τους Γεώργιο Πετρίδη, Διονύσιο Μιλιαράτο, Αναστάσιο Μαραβέλια και Αγαπητό Αγαπητίδη, προσφέρει εμπορεύματα. Με εμπορεύματα πληρώθηκαν οι Αδελφοί Κακακιού έναντι των ναύλων που τους οφείλει, όπως ο κτίστης Νικόλαος Καρπαθάκης, ο μαραγκός Ηλίας Καστρουνής, ο τσαγκάρης Αντώνης Δρόσος και οι ραφτάδες Νικήτας Σιφωνιός και Γεώργιος Ασκητής για εργασίες που του έκαναν. Ακόμη και ο οδοντίατρος Μιχαήλ Βολονάκης, που του έφτιαξε τα δόντια, με εμπορεύματα πληρώθηκε.
Χρηματικές συναλλαγές
Η Ιταλική λιρέτα ήταν το επίσημο νόμισμα που κυκλοφορούσε στα Δωδεκάνησα, αλλά στις διεθνείς συναλλαγές η αγγλική στερλίνα (£) ήταν το πιο αναγνωρισμένο νόμισμα, που ισοδυναμούσε με μια εγγλέζικη χρυσή λίρα. Κυκλοφορούσαν επίσης αμερικανικά δολάρια ($), χρυσά γαλλικά φράγκα, αιγυπτιακές λίρες, και ελληνικές δραχμές. Απ’ όλα τα νομίσματα το πιο σταθερό ήταν το δολάριο, 5 δολάρια αντιστοιχούσαν με περίπου μια στερλίνα και ένα δολάριο ανταλλασσόταν με 16 λιρέτες. Τέσσερις δραχμές ανταλλάσσονταν με μια λιρέτα, και 133 γαλλικά χάρτινα φράγκα ισοδυναμούσαν με μια στερλίνα. Η αναλογία του δολαρίου έναντι της στερλίνας ήταν σταθερή, όχι όμως και των άλλων νομισμάτων.
Εκτός από χαρτονομίσματα κυκλοφορούσαν και χρυσά νομίσματα με βάση την αγγλική λίρα, με την οποία ισοδυναμούσε το χρυσό αμερικανικό πεντοδόλαρο. Λιγότερη αξία είχαν η χρυσή ιταλική λίρα και το χρυσό γαλλικό 20φραγκο. Αργότερα με την παγκόσμια οικονομική κρίση, η τιμή του χρυσού αυξήθηκε, από 25 δολάρια η ουγγιά έφτασε στα 35 δολάρια, και η αγγλική χρυσή λίρα από 63 έφτασε στις 93 λιρέτες. Τελικά η αγγλική χρυσή λίρα σταθεροποιήθηκε στα 10 δολάρια.

Τράπεζες
Στο μεταξύ στην Ρόδο άρχισαν να λειτουργούν τράπεζες: Banca di Roma (Τράπεζα Ρώμης), Banca di Sicilia (Τράπεζα Σικελίας), Τράπεζα Αλχαδέφ. Οι έμποροι μπορούσαν να έχουν λογαριασμούς σε λιρέτες, στερλίνες και δολάρια. Η Banca di Roma χρέωνε τόκο 8%, ενώ η Τράπεζα Αλχαδέφ χρέωνε 12%. Με 9% χρέωναν οι προμηθευτές τους εμπόρους, αλλά απαλλάσσονταν αν ο λογαριασμός εξοφλείτο μέσα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα.
Μεταφορές
Οι μεταφορές από το εξωτερικό γίνονταν από την Αλεξάνδρεια και Πόρτ-Σάιτ με τα ατμόπλοια «Άννα», «Σεμίραμις», «Αιγαίο» και «Πούλια» και με το γαζολίνο του Αγαπητού Χ# Νικήτα, και από την Ιταλία με τα ατμόπλοια «Ben Bettino» και «Πούλια». Από τον Πειραιά έρχονταν τα ατμόπλοια «Ιθάκη» και «Σταμπάλια» (Αστυπάλαια), ορισμένα γαζολίνα όπως το «Υπεροχή» και καΐκια. Όλα πήγαιναν στην Ρόδο, και ορισμένα σταματούσαν στην Σύμη και σε άλλα νησιά.
Οι μεταφορές από την Ρόδο προς τα άλλα νησιά γινόταν με καΐκια και με τα πλοία της εσωτερικής γραμμής Δωδεκανήσου το «Καλλιθέα» και αργότερα το «Fiume». Η επικοινωνία της Σύμης με την Ρόδο ήταν σχετικά εύκολη, λόγω της κοντινής απόστασης και της ύπαρξης αρκετών Συμιακών καϊκιών (αδελφών Νικολάου, Γεωργίου και Λουκά Κακακιού, Γεωργίου Απόκοττου, Νικήτα Αγγέλου, Φιλήμονα Αρφαρά, Φώτη Ζουρούδη, Στρατή Μάγκου, Ιωάννη Μακρή, Στελιανού Μαυράκη, Αντωνίου Μπαλασκά, Γεωργίου Παραλή, Βασιλείου Ροδίτη, Σωτήρη Σαρρή, Παναγιώτη Σύκαλλου, Κωνσταντίνου Φαρμακίδη, Αγαπητού Χ# Νικήτα και Αντώνη Στ. Χατζαντώνη), ελάχιστες φορές με το «Καλλιθέα» και «Fiume». Η μεταφορά των εμπορευμάτων από τη Ρόδο στην Κάρπαθο γινόταν με το καΐκι του Μανώλη Λάμπρου και το πλοίο της γραμμής. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονταν μεταφορές από την Σύμη στην Κάρπαθο με το πλοίο της γραμμής.

Χρηματαποστολές
Οι χρηματαποστολές για εμπορεύματα που προέρχονταν από την Ρόδο γινόταν από τους ίδιους τους εμπόρους που πήγαιναν στην Ρόδο, ή από τους εμπόρους της Ρόδου και των πρακτόρων τους που επισκέπτονταν τα νησιά. Οι περισσότερες γίνονταν με τους καπετάνιους των καϊκιών που μετέφερναν τα εμπορεύματα. Ήταν άνθρωποι απόλυτης εμπιστοσύνης, η αξία αρκετών χρηματαποστολών υπερέβαινε τις £100. Οι χρηματαποστολές προς Ιταλία, Αίγυπτο και Ηπειρωτική Ελλάδα γίνονταν μέσω τραπέζης.
Εμπορικά Ταξίδια
Μετά την κατάληψη της Δωδεκανήσου από την Ιταλία και τη Μικρασιατική καταστροφή, ορισμένοι έμποροι άρχισαν να επεκτείνουν τις εμπορικές του δραστηριότητες στα γύρω νησιά. Το 1922, ο Σάββας Κασσώτης με την μπρατσέρα του Αργύρη Καστάνια, έστελνε εμπορεύματα με τον αδελφό του Γιάννη και τα πουλούσε στη Νίσυρο, Τήλο, Χάλκη και Κάρπαθο. Τον επόμενο χρόνο, επειδή οι πωλήσεις στην Κάρπαθο ήταν ικανοποιητικές, ίδρυσε μόνιμο εμπορικό κατάστημα υπό την διεύθυνση του αδελφού του Γιάννη και του γιού του Γιώργου. Μεταξύ των άλλων εμπόρων που αυτή την εποχή δραστηριοποιόταν στην Κάρπαθο ήταν: Κωνσταντίνος Αμανεζής, Μανώλης Ματσάκης, Νικήτας Λυριστάκης, Γεώργιος Ορφανός, Αλέξης Μανωλάκης και Γαϊτάνος Μόσχου από την Σύμη.
Τα ταξίδια επεκτείνονται
Το 1925 ο Σάββας Κασσώτης συνεταιρίστηκε με τον Αργύρη Καστάνια. Αυτός έβαλε τα κεφάλαια για τα εμπορεύματα και ο Καστάνιας την μπρατσέρα του. Δυο-τρεις μέρες προτού τελειώσει ο Μάης προσέλαβαν ναύτες για πλήρωμα, αγόρασαν κουμπάνια για το ταξίδι, γαλέτες, ψωμιά και άλλα φαγώσιμα και αρκετά πακέτα τσιγάρα και σπίρτα, για τον καπετάνιο και το πλήρωμα. Φόρτωσαν 110 καντάρια (6 τόνοι) ασβέστη και στις 10 Ιουνίου, προτού αναχωρήσουν, ήρθε ο παπάς και έκαμε αγιασμό και σε αυτούς που ήρθαν να ευχηθούν καλό ταξίδι και καλές δουλειές τους κέρασαν μαστίχα. Στις 13 Ιουνίου, πηγαίνοντας για την Πάρο σταμάτησαν στη Νίσυρο και φόρτωσαν καυσόξυλα.

Στην Πάρο
Στις 20 Ιουνίου έφτασαν στην Πάρο, πούλησαν τα καυσόξυλα και τον ασβέστη και αγόρασαν πάνω από 600 τσουκάλια και όσα χταπόδια βρήκαν, και στην επιστροφή σταμάτησαν στη Νιό και αγόρασαν όσα χταπόδια υπήρχαν διαθέσιμα. Στην Σύμη επέστρεψαν στις 2 Ιουλίου, πούλησαν γύρω στα 200 τσουκάλια, αρκετά χταπόδια και στις 12 Ιουλίου έβαλαν πλώρη για την Παλαιστίνη.
Στην Χάιφα
Στις 23 Ιουλίου έφτασαν στην Χάιφα, πούλησαν τα υπόλοιπα 410 τσουκάλια και τα χταπόδια. Από την Χάιφα πήγαν στην γειτονική Άκρη και αγόρασαν 12 τόνους καρπούζια, ροβίθια, φακή, κουκιά, καλαμπόκι, μελάτη και αρκετά δέματα ψαθί. Τέλη Ιουλίου πήραν το δρόμο της επιστροφής, σταμάτησαν για λίγο στην Βηρυτό όπου αγόρασαν ένα χρηματοκιβώτιο. Στις 2 Αυγούστου έφτασαν στο Καστελόριζο όπου πούλησαν αρκετά καρπούζια και συνεχίζοντας πήγαν στη Ρόδο όπου πούλησαν το ψαθί και το μελάτη. Στη Σύμη έφτασαν στις 12 Αυγούστου με τα υπόλοιπα εμπορεύματα.
Οι καταστάσεις αλλάζουν
Μόλις άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι εισαγωγές τροφίμων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, Αργεντινή και Αυστραλία σταμάτησαν και από Ρουμανία, Τουρκία, Ουγγαρία και Βουλγαρία περιορίστηκαν. Οι Ιταλοί, μη έχοντας άλλη επιλογή, εφάρμοσαν την Speza (διανομή τροφίμων με το δελτίο) και στα Δωδεκάνησα. Αλλά, επειδή χρειάζονταν μεγάλα κεφάλαια, ανάθεσαν την Speza στους πιο εύπορους εμπόρους του κάθε νησιού, για να εξοικονομήσουν χρήματα.

Τα εμπορεύματα συγκεντρώνονταν στην Ρόδο, από όπου οι έμποροι αναλάμβαναν την μεταφορά και διανομή τους στο κάθε νησί. Η Finanza (Οικονομική αστυνομία) επέτρεπε κάποιο θεμιτό κέδρος στους εμπόρους, υπολογίζοντας τα έξοδα αγοράς και μεταφοράς. Αλλά κάθε φορά που πήγαιναν στην Ρόδο να ξαναγοράσουν, οι τιμές είχαν αυξηθεί και σταδιακά τα κεφάλαια τους έχαναν την αξία τους. Όταν άρχισε ο πόλεμος, η χρυσή λίρα ισοδυναμούσε με περίπου 100 λιρέτες και όταν τελείωσε ο πόλεμος έφτασε στις 1000.
Εκτός από την οικονομική δυσχέρεια που υπέστησαν οι Έλληνες, χειρότερη υπήρξε η οικονομική καταστροφή των Εβραίων που με το ολοκαύτωμα έχασαν και τη ζωή τους. Ακόμη και οι Ιταλικές επιχειρήσεις έχασαν μεγάλο μέρος της αξίας των λόγω της οικονομικής δυσπραγίας που ακολούθησε. Αργότερα, μετά την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, άρχισε να ανακάμπτει η οικονομική ανάπτυξη της Δωδεκανήσου, στην αρχή σταδιακά και στην συνέχεια με γοργούς ρυθμούς.
Trade relations in the Dodecanese during the Italian occupation
By Manolis Cassotis
After the occupation of the Dodecanese by Italy, the commercial situation in the Dodecanese began to change. Among other things, the Italians obliged merchants to keep accounting books based on the Italian Civil Law which were controlled by the “Con Decreto del Tribunale Civile e penale di Rodi”. Fortunately, the accounting books and correspondence of the Symi merchant Savvas G. Cassotis have been preserved from which much information about the commercial situation in the Dodecanese during the Italian occupation period comes.

From Symi to Rhodes
At first gradually, and then rapidly, the Italians began to transfer the commercial center of the Dodecanese from Symi to Rhodes, where the commercial activity of the Jews there began to develop (Isaac Alhadeff, Saul Alhadeff, Solomon Alhadeff, Sons of Solomon Alhadeff, Jerusalem Avsaradel, Jerusalem & Alkana, Capeluto Brothers, Venenzo Castaldo, Astlia Corsini, Corsini & Calomeni, Isaac Manese, Solomon Behar, Benjamin Behar, Husdai Moreno, Hordochai Menese, Musafir Turiel, Frango & Rahamim, H. M. Frango, Frango Rahamim).
As well as the Greeks of Rhodes (Apostolou Brothers, Agiakatsikas, Sons of Agiakatsikas, Nicholas Asprakis, Athanasius Vomvilas, George Kamezopoulos, Kamezopoulos & Tsouvalas, Kapougias Brothers, Miltiades Kozas, Michael N. Bonis, Konstantine Pantazis, John Papadopoulos, P. S. X#. Paraskevas, T. Sarantopoulos, Tsimentas Brothers, Nicholas Ypsilantis, Konstantine Fotaras, Theodore Hatzidimitriou).
At the same time, in addition to the banks, Italian companies began to operate (Temi Company, Kyrasoli & Co., Giatome Ettore Aperio, Isal Rodi, Saul Rodi, Netanel Rodi, Jeanco Rodi, Brocchi Figlio from Trieste and another company from Neapoli, as well the company Fröhlich & Wolter from Germany, and another company from France). Also active are traders from the Greek mainland who deal with exports to the Dodecanese (George Ag. Angelidis, Sons of K. Veropoulos, Konstantinos I. Karakostas, Kanaris Papanastasopoulos, D. N. Charalambopoulos and Ch. Girin from Piraeus, S. D. Diamantidis from Athens, D. N. Charalambopoulos from Patras).

Symi continues
Also, if not as during the Turkish occupation, several merchants continue to operate in Symi (Angelidis & Kypraios, Dimitrius Arfaras, Filimonas Arfaras, Vogiazis Brothers, Fotis Zouroudis, Savvas Cassotis, Dimitrios Kastrounis, Grigorius Katsaras’ Sons, Fotinos Kladakis, George Foti Koumnenis, Konstantine Pahos, Filiratos K. Pahos, Michael Petridis’ Sons, John Farmakidis). Among them, Angelidis & Kypraios hold a leading position.
Merchandise
The goods traded in the Dodecanese at this time are mainly edible: flour (from Italy, Australia, Bulgaria, France and Russia), cold cuts (anchovies, clams, cod, bream, shrimp, olives, crabs, squid, kasseri cheese, kolios, lacerda, mortadella, bonito, peppers, lizards, mackerel, salmon, sardines from California, Spain and Portugal, taramas, feta cheese and hapsia), ouzo, almonds, carbonic acid for sodas, spices, butter, milk, olive oil, sugar, sweets, corn, walnuts, coffee, cognac, wine, barley, lemons, Turkish delight, pasta, spaghetti, macaroni, Chian mastic, mastics, beers, Saint Soula’s water, dried figs, potatoes (Cyprus and Rhodes), melon seeds, bran, rice (glazed, ragout, Egyptian, Italian and Japanese), chickpeas, sesame, wheat, garlic, soy, chocolates, seed oil, grapes, tahini, tea, lentils, beans, peanuts, halva.
Non-edible goods are: Paper straws, gasoline, ties, glass lamps covers, leather, enamel, flatware, hats (dress and straw), tobacco, spools, cashmere, candles, oil lamps, incense, flowers, lux, silks, baby goods, timber, razors, alcohol, shoes (leather and rubber), petroleum, soap (local and Dutch), cigarettes, matches, ropes, heels, paper stamps, cigarette papers, cement, glassware, fabrics, cartridges, stationery, ochre.

Exchanges
Many transactions took place between merchants and between merchants and other professionals through barter. Savvas Cassotis imported flour, sugar, rice, cold cuts and other foodstuffs. Konstantine Brouzakis imported cigarettes and tobacco and Vogiazis’ Brothers petroleum. Barter took part and each one supplied his customers with goods that he himself had not imported.
Savvas Cassotis supplies sugar to Stelianos Papadopoulos’ tahini factory and in exchange receives tahini and halva. He supplies Petros Fournaris and Manolis Maravelias flour, exchanging it for bread and crackers. He supplies sugar to the Zouroudis Brothers for sweets made in Symi. For the goods he supplies, the Monastery of Panormitis gives him the candle that the faithful bring and have left over. He resells the goods resulting from the exchange to his customers. Angelidis & Kypraios import boat engines, which trade in other islands. In Karpathos alone, through Savvas Cassotis, they provided four engines to: Manolis Lambros for £450, Kostas & Stelios Farmakidis for £300, Nicholas Protopapas for £150, Emmanouil Hatziantoniou (small engine) for £30.
In exchange for the rent of shops and warehouses in Gialos and Chorio, with George Petridis, Dionysius Miliaratos, Anastasius Maravelias and Agapitos Agapitidis, he offers goods. The Kakakios Brothers were paid with goods for the freight he owed them, as were the builder Nicholas Karpathakis, the carpenter Elias Kastrounis, the shoemaker Antonis Drosos and the tailors Nikitas Sifonios and George Askitis for work they did for him. Even the dentist Michael Volonakis, who fixed his teeth, was paid with goods.

Monetary exchanges
The Italian lira was the official currency in circulation in the Dodecanese, but in international transactions the English pound (£) was the most recognized currency, equivalent to one English gold pound. American dollars ($), gold French francs, Egyptian pounds, and Greek drachmas also circulated. Of all the currencies, the most stable was the dollar, 5 dollars being equivalent to about one pound and one dollar being exchanged for 16 lire. Four drachmas were exchanged for one lira, and 133 French paper francs were equivalent to one pound. The ratio of the dollar to the pound was stable, but not that of the other currencies.
In addition to banknotes, gold coins were also in circulation based on the English pound, which was equivalent to the American five-dollar gold coin. The Italian gold lira and the French 20-franc gold coin were of lesser value. Later, with the global financial crisis, the price of gold increased, from 25 dollars an ounce to 35 dollars, and the English gold pound from 63 to 93 lire. Eventually, the English gold pound stabilized at 10 dollars.
Banks
Meanwhile, banks began to operate in Rhodes: Banca di Roma, Banca di Sicilia, Alhadeff Bank. Merchants could have accounts in lire, sterling and dollars. Banca di Roma charged an interest rate of 8%, while the Alhadeff Bank charged 12%. Suppliers charged merchants 9%, but they were exempted if the bill was paid within a specified period.

Transportation
Transports from abroad were made from Alexandria and Port-Sayt with the steamships “Anna”, “Semiramis”, “Aegeus” and “Poulia” and Agapitos X# Nikitas’s gasoline, and from Italy with the steamships “Ben Bettino” and “Poulia”. From Piraeus came the steamships “Ithaki” and “Stampalia”, some gasoline such as the “Iperochi” and caiques. All went to Rhodes, and some stopped at Symi and other islands.
Transport from Rhodes to the other islands was done by boats and by the Dodecanese internal line ships “Kallithea” and later “Fiume”. Communication between Symi and Rhodes was relatively easy, due to the close distance and the existence of several Symian boats (brothers Nicholas, George and Loukas Kakakios, George Apokottos, Nikitas Angelos, Philemon Arfaras, Fotis Zouroudis, Stratis Magos, John Makris, Stelianos Mavrakis, Antonios Balaskas, George Paralis, Vasilios Roditis, Sotiris Sarris, Panagiotis Sykallos, Konstantine Farmakidis, Agapitos X# Nikitas and Anhtony St. Chatzantonis), rarely with “Kallithea” and “Fiume”. The transport of goods from Rhodes to Karpathos was done by Manolis Lambros’s boat and the liner. In some cases, transportation was made from Symi to Karpathos by the liner.
Remittances for goods
The remittances for goods originating from Rhodes were made by the merchants themselves who went to Rhodes, or by the merchants of Rhodes and their agents who visited the islands. Most of them were made with the captains of the caiques that transported the goods. They were people of absolute trust, the value of several remittances exceeded £100. The remittances to Italy, Egypt and mainland Greece were made through a bank.

Business travel
After the occupation of the Dodecanese by Italy and the Asia Minor catastrophe, some merchants began to expand their commercial activities to the surrounding islands. In 1922, Savvas Cassotis, with the boat of Argyris Kastania, sent goods with his brother John and sold them to Nisyros, Tilos, Halki and Karpathos. The following year, because sales in Karpathos were satisfactory, he established a permanent trading post under the management of his brother John and his son George. Among the other merchants who were active in Karpathos at this time were: Konstantine Amanezis, Manolis Matsakis, Nikitas Lyristakis, George Orfanos, Alexis Manolakis and Gaitanos Moschou from Symi.
Travels extent
In 1925, Savvas Cassotis partnered with Argyris Kastanias. He put up the funds for the goods and Kastanias his boat. Two or three days before the end of May, they hired sailors for the crew, bought supplies for the journey, crackers, bread and other food and several packs of cigarettes and matches for the captain and the crew. They loaded 6 tons of lime and on June 10, before they departed, the priest came and performed blessing and those who came to wish them good journey and good business were treated to mastic. On June 13, on their way to Paros, they stopped at Nisyros and loaded firewood.
To Paros
On June 20 they arrived in Paros, sold the firewood and lime and bought more than 600 clay pots and all the octopuses they could find, and on the way back they stopped at Nios and bought all the octopuses that were available. They returned to Symi on July 2, sold around 200 pots, several octopuses and on July 12 they set sail for Palestine.

To Haifa
On July 23, they arrived in Haifa, sold the remaining 410 pots and the octopuses. From Haifa, they went to neighboring Acre and bought 12 tons of watermelons, pigeon peas, lentils, broad beans, corn, melati and several bales of straw. At the end of July, they set off on their return journey, stopping briefly in Beirut where they bought a safety deposit box. On August 2, they arrived in Kastelorizo, where they sold several watermelons, and continue to Rhodes, where they sold the straw and melati. They arrived in Symi on August 12 with the remaining goods.
Situations change
Once WWII began, food imports from the United States, Argentina and Australia stopped, and from Romania, Turkey, Hungary and Bulgaria were restricted. The Italians, having no other choice, implemented Speza (rationed food distribution) in the Dodecanese. But, because they needed large funds, they assigned Speza to the wealthiest merchants of each island, to save capital.
The goods were imported to Rhodes, from where the merchants undertook their transport and distribution to each island. The Financial Police allowed some legitimate profit to the merchants, calculating the costs of purchase and transport. But every time they went to Rhodes to buy again, prices had increased and gradually their funds lost their value. When the war began, the gold pound was equivalent to about 100 lire and when the war ended it reached 1000.
In addition to the economic hardship suffered by the Greeks, the economic devastation and the holocaust suffered by the Jews was even worse. Even Italian businesses lost a large part of their value due to the economic hardship that followed. Later, after the Incorporation of the Dodecanese, the Dodecanese economic development began to recover, at first gradually and then rapidly.





