
Στο ακρωτήριο Ταίναρο, στο άκρο της χερσονήσου της Μάνης, της μεσαίας των τριών χερσονήσων της νοτίου Πελοποννήσου, τελειώνει όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η Βαλκανική. Η χερσόνησος πήρε το όνομα της Μάνης, που δεσπόζει σε ολόκληρη την περιοχή και χωρίζεται σε Μέσα και Έξω Μάνη.
Η Μέσα Μάνη, που καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της χερσονήσου, χωρίζεται σε Ανατολική Μάνη, που βλέπει στον Λακωνικό κόλπο, και σε Δυτική Μάνη, που βλέπει στον Μεσσηνιακό κόλπο. Βόρεια της Δυτικής Μάνης βρίσκεται η Μεσσηνιακή Μάνη (ορισμένοι την αποκαλούν «Ευρωπαϊκή» Μάνη). Από την κατάληξη του επιθέτου των Μανιατών μπορείς να καταλάβεις από ποια Μάνη προέρχονται. Στην Λακωνική Μάνη τα επίθετα τελειώνουν σε «άκος» και στην Μεσσηνιακή σε «έας».
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή, η Μάνη ήταν κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή. Τα ευρήματα στο Σπήλαιο Απήδημα και ο “Ταινάριος άνθρωπος”, και όπως δείχνουν οι γενεαλογικές έρευνες DNA (deoxyribonucleic acid), η καταγωγή των κατοίκων της Μάνης πηγαίνει πάνω από 3500 χρόνια πίσω στην εποχή του χαλκού. Εκεί έμειναν απομονωμένοι πάνω στον Ταΰγετο μέχρι κάτω στο Ταίναρο.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στην «Ταιναρία άκρα» είναι το στόμιο της καταβάσεως στον Άδη, όπου βρίσκεται το τέμενος του Ποσειδώνα. Ο Όμηρος αναφέρει ονόματα πόλεων που βρίσκονται σε περιοχές της Μάνης (Καρδαμύλη, Οίτυλος, Γύθειον, Ενόπη). Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία οι πρώτοι κάτοικοι της Μάνης ήταν οι Λέλεγες και ακολουθούν Αχαιοί και Δωριείς.
Η παλαιότερη ιστορική αναφορά στη Μάνη στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας γίνεται από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905-959 μ.Χ.), ο οποίος αναφέρει ότι οι Μανιάτες έγιναν χριστιανοί στα μέσα του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν ήρθε και κήρυξε στη Μάνη ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Στους αιώνες που ακολουθούν οι κάτοικοι της περιοχής αποσύρονται στα ορεινά του Ταϋγέτου, όταν οι Άραβες σπέρνουν τον τρόμο στα ελληνικά παράλια.
Αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, πολλές αρχοντικές Βυζαντινές οικογένειες κατέφυγαν στη Μάνη. Οι Τούρκοι απέφυγαν να εκστρατεύσουν εναντίον των Μανιατών, αλλά προσπάθησαν να τους προσεταιριστούν εναντίον των Ενετών. Οι Μανιάτες απέκρουσαν τις προσφορές των Τούρκων και συμμάχησαν με τους Ενετούς. Εκτός από τους Έλληνες, ορισμένοι Σλάβοι και Αλβανοί από τα βόρεια Βαλκάνια κατέφυγαν στην Μάνη για να αποφύγουν τους Τούρκους και αφομοιώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό.
Αργότερα, όταν οι Τούρκοι εκδίωξαν τους Ενετούς από την Πελοπόννησο, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη Μάνη, αλλά αρκετοί Μανιάτες μετακόμισαν στα Επτάνησα, που βρίσκονταν υπό ενετική κυριαρχία, στη Νότιο Ιταλία, Σικελία και Κορσική. Ακόμη και σήμερα στην βορειοδυτική πλευρά της Κέρκυρας υπάρχει το χωριό Λακωνία που προέρχεται από Μανιάτες μετανάστες. Μανιάτες ίδρυσαν το χωριό Cargese στην Νότιο Κορσική, όπου διατήρησαν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους και είναι και σήμερα γνωστοί ως «Έλληνες».
Οι Μανιάτες πήραν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1770. Στην Ανατολική Μάνη σκοτώθηκε ο αρχηγός τους Γεώργιος Τζωρτζάκης σε μάχη με τους Τουρκαρβανίτες και οι Τούρκοι κρέμασαν δύο παπάδες, τον ένα στην «Τίκλα» απέναντι από την εκκλησία της «Μισοσπορίτισσας» και τον άλλο στον βράχο που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Κάστορα. Μετά την Επανάσταση του 1770 οι κάτοικοι κατέφυγαν στο βουνό και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Καστανιά. Τον Ιούλιο του 1780, 14.000 Τούρκοι, πολιόρκησαν την Καστανιά με σκοπό την εξόντωση του Παναγιώταρου Βενετσανάκη και του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, πατέρα του Γέρου του Μοριά.
Οι Μανιάτες πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821 και συμμετείχαν στη σύναξη των αρχηγών της Επανάστασης στη Μονή Καλτεζών, το Μάιο του 1821. Πήραν μέρος σε πολλές μάχες, και όπως έλεγαν «η τουφεκιά του Μανιάτη βροντά περισσότερο από κανόνι».
Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ο Ιμπραήμ που είχε στρατοπεδεύσει στη Σελλασία, έστειλε απόσπασμα να καταλάβουν την Καστανιά, όπου εκείνη την μέρα έτυχε να γίνεται ο γάμος της κόρη του Τζωρτζάκη με τον Κουρούπη, με γλέντι και με τις απαραίτητες τουφεκιές. Όταν στο χωριό έμαθαν ότι έρχεται απόσπασμα, τα γυναικόπαιδα έφυγαν στο βουνό και ο γαμπρός με τον αδελφό της νύφης και με άλλους οπλοφόρους έστησαν ενέδρα στους πρόποδες της «Τίκλας». Όταν το απόσπασμα τους πλησίασε, έριξαν και σκότωσαν τον επικεφαλής του αποσπάσματος. Οι Άραβες, όταν είδαν τον αρχηγό τους νεκρό, φοβήθηκαν και γύρισαν άπρακτοι.
Μετά την Επανάσταση του 1821 και την δημιουργία του Ελληνικού Κράτους, η Καστανιά ή το Καστόρειο, όπως είχε γίνει γνωστή, αποτελούσε ένα από τα κεφαλοχώρια του νεοσύστατου κράτους διατηρώντας σημαντικό πληθυσμό για την εποχή, με βάση την γεωργική και κτηνοτροφική του παραγωγή. Σύμφωνα με την απογραφή του 1940 ο πληθυσμός του Καστορείου ανήλθε 1630 κατοίκους.
Οι καταστροφές που προκάλεσαν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος που ακολούθησε είχε ολέθρια αποτελέσματα για το Καστόρειο και γενικά για την υπαίθριο Ελλάδα με μόνη λύση την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση.
Στην πιο τραγική θέση βρέθηκε μια οικογένεια με έξη ανήλικα παιδιά που έχασε τον πατέρα της και έμεινε η μάνα μόνη της να τα αναθρέψει. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ξενοδουλεύει στα χωράφια των συγχωριανών της. Σηκωνόταν από το πρωί προτού ξημερώσει για να πάει στα χωράφια που βρίσκονταν σε απόσταση, να δουλεύει όλη την μέρα και να επιστρέψει όταν πια είχε σκοτεινιάσει.
Τις πιο πολλές φορές εύρισκε τα παιδιά της να κοιμούνται, που για να ξεγελάσουν την πείνα τους έτρωγαν αγριόχορτα με λίγο ψωμί που δανείζονταν από τις γειτόνισσές τους. Οι μόνες μέρες που η μάνα έβλεπε τα παιδιά της, ήταν τις μέρες που έβρεχε και δεν μπορούσε να πάει στην δουλειά. Αυτές τις μέρες έπρεπε να ζυμώσει και να φουρνίσει μερικά ψωμιά, που τα πιο πολλά έπρεπε να τα δώσει στις γειτόνισσες από τις οποίες τα παιδιά της είχαν δανειστεί.
Δεν υπήρχε εύκολη λύση και αναγκάστηκε να στείλει ένα – δυο από τα κορίτσια της υπηρέτριες στην Αθήνα, χωρίς πληρωμή, για να μπορέσουν να συντηρηθούν. Επτά χρονών ήταν η Μαρίκα όταν μπήκε υπηρέτρια, και έπρεπε να πατήσει σε ένα σκαμνί για να φτάσει τον νεροχύτη για να πλύνει τα πιάτα. Πέρασε από πολλά σπίτια, μέχρι που τελικά μια συγγενής της της βρήκε δουλειά βοηθού σε μια κλινική και η κατάσταση βελτιώθηκε.
Στο μεταξύ, το 1965, ο μεταναστευτικός νόμος της Αμερικής άλλαξε και γινόταν πιο εύκολη η μετανάστευση από την Ελλάδα στην Αμερική. Πρώτα ήρθε η αδελφή της που τις έκαμε πρόσκληση και το 1968 ήλθε η Μαρίκα στην Αμερική. Τρεις μήνες αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε τον σύζυγο της που και αυτός επιθυμούσε να μεταναστεύσει, και μαζί επέστρεψαν στην Αμερική.
Στην αρχή, όπως συμβαίνει σε κάθε μετανάστη, η ζωή στην χώρα της «Επαγγελίας» δεν ήταν εύκολη, αλλά με πολλή προσπάθεια όλα κατορθώνονται. Η Μαρίκα με τον Γρηγόρη τακτοποιήθηκαν οικονομικά, απέκτησαν δυο γιούς, τον Γιάννη και τον Θανάση που τους χάρισαν εγγόνια. Στο τέλος, σ’ αυτή τη ζωή, το αποτέλεσμα έχει σημασία.
From Mani to America
At Cape Tainaro, at the tip of Mani peninsula, the middle of the three peninsulas of the southern Peloponnese, not only Greece, but also the entire Balkan Peninsula ends. The peninsula took its name from Mani, which dominates the entire region, and is divided into Inner and Outer Mani.
The Inner Mani, which occupies the southern part of the peninsula, is divided into Eastern Mani, the one facing the Laconian Gulf, and Western Mani, the one facing the Messinian Gulf. North of Western Mani is the Messinian Mani (some call it “European” Mani). From the ending of Maniates’ last name, you can figure out which Mani they come. In the Laconian Mani, the last names end in “akos” and in Messinian Mani in “eas”.
According to archaeological research in the area, Mani has been inhabited since the Paleolithic era. The findings in the Apidima Cave and the “Tainaria akra “, and as DNA genealogical research shows, the origin of the inhabitants of Mani goes back over 3500 years to the Bronze Age. They remained isolated on Taygetos all the way down to Tainaro.
According to Greek mythology, in the “Tainaria akra” is the mouth of the descent into Hades, and also the temple of Poseidon. Homer mentions the names of cities located in areas of Mani (Kardamyli, Oitylos, Gytheion, Enope). According to the traveler Pausanias, the first inhabitants of Mani were the Leleges, followed by the Achaeans and the Dorians.
The earliest historical reference to Mani during the Byzantine Empire is by Constantine Porphyrogenitus (905-959 AD), who states that the Maniatans became Christians in the mid-10th AD century, when Saint Nikon the Repentant came and preached in Mani. In the centuries that followed, the inhabitants of the region withdrew to the mountains of Taygetos, when the Arabs sowed terror on the Greek coasts.
Immediately after the capture of Constantinople by the Turks, many noble Byzantine families fled to Mani. The Turks avoided campaigning against the Maniates but tried to ally them against the Venetians. The Maniates rejected the Turks’ offers and allied with the Venetians. In addition to the Greeks, some Slavs and Albanians from the northern Balkans fled to Mani to escape the Turks and assimilated into the local population.
Later, when the Turks expelled the Venetians from the Peloponnese, they were unable to occupy Mani, but many Maniates moved to the Ionian Islands, which were under Venetian rule, to Southern Italy, Sicily and Corsica. Even today, on the northwestern side of Corfu, there is the village of Laconia, from Maniates immigrants. Maniates founded the village of Cargese in Southern Corsica, where they preserved their language, customs and traditions and are still known as “Greeks”.
The Maniates took an active part in the Revolution of 1770. In Eastern Mani, their leader George Tzortzakis was killed in a battle with the Turko-Albanians, and the Turks hanged two priests, one in “Tikla” opposite the church of “Misosporitissa” and the other on the rock located on the bank of the Kastora River. After the Revolution of 1770, the inhabitants fled to the mountains and settled in the village of Kastania. In July 1780, 14,000 Turks besieged Kastania with the aim of exterminating Panagiotaros Venetsanakis and Konstantine Kolokotronis, father of the Elder of Morea.
The Maniates took the lead in the Revolution of 1821 and participated in the gathering of the leaders of the Revolution at the Monastery of Kaltezon, in May 1821. They took part in many battles, and it was said that “Maniates’ rifle thunders louder than the cannon.”
During Ibrahim’s raid on the Peloponnese, Ibrahim, who had camped in Sellasia, sent a detachment to descend on Kastania, where that day the wedding of Tzortzakis’ daughter to Kouroupis happened to be taking place, with a feast with the celebrating rifle shots. When the village learned that the detachment was coming, the women and children fled to the mountain and the groom with the bride’s brother and other gunmen set up an ambush at the foot of “Tikla”. When Ibrahim’s detachment approached, they shot and killed the detachment’s leader. When they the Arabs saw their leader dead, got afraid and returned without doing anything.
After the Revolution of 1821 and the creation of the Greek state, Kastania or Kastorio, as it had become known, was one of the main villages of the newly established state, maintaining a significant population, for the time, based on agricultural and livestock. According to the 1940 census, the population of Kastorio amounted to 1630 residents.
The devastation caused by WWII and the civil war that followed had disastrous results for Kastorio and for rural Greece in general, with the only feasible solution being internal or external migration.
In the most tragic situation was for a family with six minor children who lost their father and were left with the mother to raise them alone. She had no choice but to work as a migrant worker in the fields of her fellow villagers. She would get up in the morning before dawn to go to the fields far away, work all day and return when it was already dark.
Most times she found her children sleeping, who to appease their hunger ate weeds with little bread borrowed from their neighbors. The only days the mother saw her children were the days when it rained and she could not go to work. On these days she had to knead and bake some bread, most of which she had to give to the neighbors from the ones her children had borrowed.
There was no easy solution, she had to send one or two of her daughters as maids to Athens without pay, to support themselves. Marika was seven years old when she became a maid and had to step on a stool to reach the sink to wash the dishes. She moved from house to house, until finally a relative found her a job as an assistant in a clinic, and her situation improved.
Meanwhile, in 1965, the American immigration law changed and became easier to immigrate from Greece to America. First came her sister who invited them, and in 1968 Marika came to America. Three months later she returned to Greece, married her husband, who also wanted to immigrate, and together returned to America.
At first, as happens to every immigrant, life in the land of “Promise and Opportunities” was not easy, but with a lot of effort everything is achieved. Marika and Grigoris settled and established financially. They had two sons, John and Thanasis, who gave them grandchildren. In the end, in this life the result matters.








