Η Καλυμνιακή διάλεκτος


Η Καλυμνιακή διάλεκτος εντάσσεται στα Δωδεκανησιακά ιδιώματα, τα οποία συγκαταλέγονται στα αρχαϊκότερα ιδιώματα της Ελληνικής γλώσσας, όπως επίσης τα ιδιώματα της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και της Κάτω Ιταλίας. Τα Δωδεκανησιακά ιδιώματα προέρχονται από τη Δωρική διάλεκτο και ανήκουν στα νότια ιδιώματα της Ελληνικής. Το ιδίωμα της Καλύμνου δημιουργήθηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Η πολυτάραχη ιστορία του νησιού δε φαίνεται να επηρέασε τα αρχικά χαρακτηριστικά του ιδιώματός του, παρότι οι συνεχείς επιδρομές και η προέλαση διαδοχικών κατακτητών έληξε μόλις στις 7 Μαρτίου του 1948, με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα. Οι Καλύμνιοι κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανό το ιδίωμά τους. Αυτό οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι κάτοικοι απομακρυνόταν από το νησί τους μόνο για τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Αφετέρου πάντα επιδείκνυαν σθεναρή αντίσταση στις προσπάθειες των διαφόρων κατακτητών (Άραβες, Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, Τούρκους, Ιταλούς και Γερμανούς) για προσηλυτισμό, διαφυλάσσοντας έτσι τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους. Επιπλέον, κατά τη μακρόπνοη περίοδο της Τουρκοκρατίας ο θεσμός της Δημογεροντίας κράτησε σε απόσταση τους Τούρκους κατακτητές και επομένως και τις επιρροές στο ιδίωμα από την Τουρκική. Αλλαγές στην Καλυμνιακή διάλεκτο παρατηρήθηκαν ουσιαστικά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν δηλαδή ο αριθμός των Καλύμνιων μεταναστών αυξήθηκε αισθητά.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ

Α. ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ:
  1. Εμφάνιση διπλών συμφώνων.
  2. Σχηματισμός των συμφωνικών συμπλεγμάτων [kx], [pf], [tθ] από τα κλειστά [k], [p], [t] και το τριβόμενο [θ] μέσω της διαδικασίας της ανομοίωσης (λάκκος  λά[kx]ος, πάππους   πά[pf]ους, θυμούμαι   [tθ]υμούμαι).
  3. Διατήρηση του τελικού ένρινου -ν [-n] και συχνά προκαταβολική αφομοίωση με το αρχικό σύμφωνο της επόμενης λέξης retention (μη ρωτάς   μη[ρ] ρωτάς).
  4. Εξάλειψη των τριβόμενων [ν], [γ], [δ], κυρίως σε μεσοφωνηεντικά περιβάλλοντα (κά[v]ουρας   κάουρας, φα[γ]ωμένος   φαωμένος, κλα[´δ]ί   κλαΐ).
  5. Εμφάνιση τσιτακισμού, δηλαδή τροπή του κλειστού [k] σε προστριβόμενο [tʃ] μπροστά από τα πρόσθια [e] και [i] ([k]αι   [tʃ]αι).
  6. Τροπή του τριβόμενου υπερωικού [x] σε τριβόμενο ουρανοφατνιακό [∫] πριν από τα πρόσθια [e] και [i] (α[x]ινός   α[ʃ]ινός).
  7. Ουρανικοποίηση των συριστικών φατνιακών [s] και [z] και τροπή σε [ʃ] πριν το πρόσθιο [i], το οποίο εξαλείφεται (εκκλη[´si]α   εκκλη[ʃ]ά).
Β. ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ:
  1. Διατήρηση των επιθημάτων -ουσιν και -ασιν στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα και του αορίστου αντίστοιχα, καθώς και του προθήματος της αύξησης ἠ- (κάμνουσι(ν), ἠκάμνασι(ν)).
Γ. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ:
  1. Αντικατάσταση του συμπληρώματος του ρήματος σε δοτική άλλοτε με αιτιατική (βοηθᾱ τούς συγγενεῑς) και άλλοτε με γενική ((δ)έφ φουκρᾶται καθόλου τῆς μάνας του).
  2. Επίταξη του εγκλιτικού μετά το ρήμα, εκτός των περιπτώσεων ύπαρξης «θα», άρνησης ή συμπληρωματικού δείκτη (ὃσα μοῦ γύρεψε ὃ πατέρας, ήδωκά του τα – (θ)ά τοῦ δείξω θέλω).
  3. Εμφάνιση του διπλού συμπληρωματικού δείκτη «ὂτι πώς».

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ

Τα Καλυμνιακά (ή Καλύμνικα) είναι η διάλεκτος που ομιλείται στην Κάλυμνο, στο τέταρτο σε έκταση νησί των Δωδεκανήσων, στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Βρίσκεται ανάμεσα στην Κω, τη Λέρο και τη Μικρά Ασία. Το νησί είναι φημισμένο για τη σπογγαλιεία των κατοίκων, γνωστό και ως το Νησί των Σφουγγαράδων. Η αρχική ονομασία του νησιού ήταν Καλύδνα. Στη συνέχεια μετεξελίχτηκε σε Κάλυμνα και τελικά σε Κάλυμνος. Η Καλυμνιακή διάλεκτος χρησιμοποιείται στην προφορική επικοινωνία των κατοίκων του νησιού, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, οι οποίοι υπολογίζονται περίπου στις δεκάξι χιλιάδες. Επίσης ομιλείται από τους πολυάριθμους απόδημους Καλύμνιους, κυρίως στην Αμερική, στην Αυστραλία και στη Γαλλία.

0 comments on “Η Καλυμνιακή διάλεκτος

Αφήστε μια απάντηση

Social Profile

Ιστορικό

Watch Live News

Ads Banner