Σαν μικρές κιβωτοί τα νησιά του αρχιπελάγος διαφυλάσσουν μέχρι τις μέρες μας τους θησαυρούς του λαϊκού πολιτισμού: Τη μουσική, τα παραδοσιακά όργανα και τους χορούς, τα γαμήλια, πασχαλινά, χριστουγεννιάτικα και αποκριάτικα έθιμα, τις τέχνες και τα αναρίθμητα πανηγύρια που οργανώνονται όλο το χρόνο. Η θάλασσα του Αιγαίου αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο που ενώνει αλλά και χωρίζει τους κατοίκους των νησιών. Τα έθιμα και οι παραδόσεις κάθε τόπου σηματοδοτούσαν τη διαφορετικότητά του, ενώ παράλληλα γίνονταν αφορμή ώστε οι νησιώτες να έρθουν πιο κοντά και να μοιραστούν εμπειρίες.
Παραδόσεις από τον κύκλο ζωής, τη γέννηση, τον αρραβώνα, το γάμο, το θάνατο αλλά και έθιμα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Φώτων, της Απόκριας, του Πάσχα και του Δεκαπενταύγουστου, έχουν στοιχεία όμοια αλλά και διαφορετικά από νησί σε νησί.
Ο γάμος. Ο παραδοσιακός γάμος, που γινόταν συνήθως Κυριακή, ήταν από τα πιο δημοφιλή έθιμα. Ακόμη και σήμερα τηρείται σε κάποια από τα νησιά του Νότιου Αιγαίου. Περιλαμβάνει το ζύμωμα των κουλουριών ή των ψωμιών του γάμου, τα καλέσματα, το στρώσιμο του κρεβατιού και τη μεταφορά των προικιών, το ξύρισμα και το ντύσιμο του γαμπρού, το λούσιμο, το χτένισμα και το στόλισμα της νύφης, τη γαμήλια πομπή και το γλέντι. Σε μέρη όπως η Κάσος στους γάμους προσκαλείται όλο το νησί και οι διαδικασίες διαρκούν από την Τρίτη μέχρι την επόμενη Δευτέρα. Χαρακτηριστικός είναι ο σιφνέικος γάμος, με το μεγάλο τελετουργικό, το διήμερο γλέντι και τις εκατοντάδες αυτοσχέδιες ποιητικές ευχές.
Η γέννηση. Στην Κάρπαθο χαρακτηριστικό ήταν το έθιμο των εφτά ημερών από την γέννηση του παιδιού: σερβίρουν την αλευρά, ένα είδος γλυκού με ζύμη, βούτυρο και μέλι. Παραλλαγή του εθίμου υπήρχε στη Χάλκη. Επτά μέρες από τη γέννηση του παιδιού συγγενείς συγκεντρώνονταν στο σπίτι του παιδιού όπου το έβαζαν σε μία ξύλινη «σκάφη» καλύπτοντάς το με μεταξωτά ή ασπροκέντητα σεντόνια και του έβαζαν μέλι στα χείλη, για να είναι η ζωή του όλη γλυκιά. Γύρω άναβαν κεριά – για τη Παναγία, για τον Χριστό και ένα για κάθε άγιο που επικαλούνταν. Το κερί του αγίου που θα έσβηνε πρώτο υποδείκνυε και τον προστάτη του παιδιού.
Τα Χριστούγεννα. Το Δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα ξακουστά είναι τα σιφνέικα κάλαντα, αυτοσχέδια στιχουργήματα που σχολιάζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Στη Ρόδο την παραμονή των Χριστουγέννων έσφαζε το κάθε σπίτι το χοίρο του για να περάσει τις γιορτές.
Αποκριά και Πάσχα. Στη Χάλκη οι χοροί των μασκοφορεμένων, οι οποίοι συνδέονται με την αρχαϊκή πίστη στην επάνοδο των ψυχών στη γη, θυμίζουν, όπως υποστηρίζει ο λαογράφος Μιχάλης Μερακλής, τη μεταμφίεση των «Σατανά(δ)ων». Παρόμοια πίστη ισχύει και για τις «Καμου(τ)ζέλες» (από το Ισπανικό gambujo = προσωπείο), όπως λέγονται οι μασκαρεμένοι στην Κάρπαθο, τη Λέρο και τη Σύμη που απαγγέλουν αυτοσχέδια περιπαιχτικά δίστιχα πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Στη Σύμη, «οι καμου(τ)ζέλες» δεν είναι τίποτα άλλο από άντρες που μεταμφιέζονται σε ζώα, συγκεκριμένα σε κατσίκες, φορώντας δέρματα. Το μόνο που τους διαχωρίζει από την πλήρη ταύτιση είναι η τέχνη του μεταμφιεσμένου. Κουβαλούν πήλινα ψωμιά σε «δοχεία» με μέλι και ταχίνι. Σκοπός των τελετουργικών κινήσεών τους είναι η πρόκληση βροχής, ανάγκη επιτακτική για το άνυδρο αυτό νησί. «Καμουζέλες» ήταν παλιότερα στην Κέφαλο και την Αντιμάχεια της Κω μασκαράδες βαμμένοι με κάρβουνα, σκεπασμένοι με «χράμια», πολύχρωμες υφαντές κουβέρτες, που και κραδαίνοντας την «κοκάλα» γύρναγαν στους δρόμους του χωριού πειράζοντας και διασκεδάζοντας τους κατοίκους των χωριών.
Σατυρικά τραγούδια και αυτοσχέδια αστεία συνόδευαν παλιότερα στην Κάρπαθο το λαϊκό δικαστήριο-παρωδία που στηνόταν την Καθαρά Δευτέρα.
Στην Πάτμο, τη Μεγάλη Πέμπτη γίνεται αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου.
Στη Ρόδο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, παραμονή της Ανάστασης, οι νεαροί ανάβουν μια μεγάλη φωτιά από κορμούς πεύκων και πολλά ξύλα και φτιάχνουν τον «καλαφουνό».
Στην Κάλυμνο, η «γιορτή της αγάπης» η οποία παλαιότερα γινόταν πριν από την αναχώρηση των σφουγγαράδων στις αρχές του Μαΐου, οργανώνεται το Πάσχα στην κεντρική πλατεία με αναπαράσταση της παραδοσιακής σπογγαλιείας και –όπως παλιά– στρώσιμο τραπεζιού όπου προσφέρεται το παραδοσιακό «μουούρι» (γεμιστό αρνί).
Δεκαπενταύγουστος. Στην Κάσο, το μεγαλύτερο πανηγύρι-ραντεβού των ξενιτεμένων Κασιωτών- γίνεται τον Δεκαπενταύγουστο στο παλιό χωριό ονομαστών καραβομαραγκών και καπεταναίων, την Παναγία.
Στους Αρκιούς, οι λιγοστοί κάτοικοι κάνουν στα Εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου, το μεγαλύτερο πανηγύρι τους με παραδοσιακούς χορούς, τραγούδια και φαγητό. Στη Νίσυρο μεταξύ 6 και 15 Αυγούστου στη μονή της Παναγίας Σπηλιανής τηρείται ένα πανάρχαιο έθιμο στο οποίο συμμετέχουν άνθρωποι από όλα τα γύρω νησιά.
Αϊ Γιάννης ο Κλήδονας. Συνδεδεμένος με την εορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στις 24 Ιουνίου, ο Κλήδονας, Καλαφουνιάρης (Ρόδος), αποτελούσε την πιο σημαντική έκφραση ποικίλων μαντικών ενεργειών. Ημερομηνία που ανήκει σε περίοδο των θερινών τροπών του ήλιου, άρρηκτα δεμένη με μακρινές δοξασίες, ταυτίζεται από παλιά με δύο ιδιόμορφα έθιμα που απαντώνται συχνά στον χώρο του Αιγαίου, αλλά και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας με διάφορες παραλλαγές: το άναμμα της φωτιάς και τις μαντικές πράξεις που φανερώνουν την τύχη των ανύπαντρων κοριτσιών. Δεν είναι άλλωστε τυχαία δοσμένα από το λαό τα επίθετα «Φανιστής» (Φανός-φωτιά) και «Ριζικάρης» (ριζικό-τύχη) στον Αϊ Γιάννη τον Πρόδρομο.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη εθιμική εκδήλωση, για την οποία αντλούμε πληροφορίες από τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς (Όμηρο, Ησίοδο, Ηρόδοτο, Αισχύλο, Σοφοκλή), αλλά και από τους βυζαντινούς Μιχαήλ Ψελλό (11ος αι.) και Ιωσήφ Βρυέννιο (15ος αι.). Οι ρίζες του εθίμου κρατούν από πολύ παλιά. Η ονομασία Κλήδονας προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κληδών, που σημαίνει τον μαντικό ψίθυρο, την προφητική ρήση, και κατ’ επέκταση σημαίνει το προμήνυμα, το μάντεμα. Οι αρχαίοι την ημέρα της εορτής των Νουμηνιών είχαν τη συνήθεια του κληδονισμού, μάντευαν το μέλλον με τον Κλήδονα. Στο πέρασμα των χρόνων, η μαντική αυτή πρακτική διατήρησε όμοιο το τελετουργικό της πλαίσιο που έχει ως εξής: Το βράδυ της παραμονής της γιορτής του Αγίου Ιωάννη οι δρόμοι και τα σταυροδρόμια κάθε γειτονιάς φωτίζονται από το άναμμα της φωτιάς, (φωτάρας). Στην πυρά, εκτός από εύφλεκτα υλικά ριχνόταν και το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Οι συναγωνισμοί για τη μεγαλύτερη φωτιά ήταν γνώριμο φαινόμενο. Άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι πηδούσαν τη φωτιά, συνήθως τρεις φορές, λέγοντας συχνά ευχές για ευημερία και καλή υγεία. Εν συνεχεία έριχναν στις φλόγες βαριές πέτρες για να έχουν και τον επόμενο χρόνο καλή υγεία (όπως στην Κάρπαθο). Εξαίρεση ως προς την ημερομηνία πραγματοποίησης του εθίμου αποτελούσε η περίπτωση της Σύμης. Εκεί ο Κλήδονας είναι γνωστός από πολύ παλιά με την ονομασία Κουκκουμάς και το δρώμενο τελείται στις 2 Μαΐου.
ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟΣ
Στα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες το χθες και το σήμερα, η γοητεία της Ανατολής και η αρμονία της Δύσης συναντιούνται.
Ένα «παστικό», της Λέρου, δηλαδή ένα τραγούδι του γάμου, σύμφωνα με τον Ελβετό ελληνιστή και μουσικολόγο Baud-Bovy, μας συνδέει άμεσα με τα «επιθαλάμια» τραγούδια της αρχαιότητας. Σε νησιά όπως το Καστελόριζο υπάρχει συγγένεια με τα τραγούδια και τους χορούς των απέναντι μικρασιατικών παραλίων. Οι δυτικές επιρροές αφορούν νέες μελωδίες, ποιητικές φόρμες όπως η ρίμα, μουσικά όργανα όπως το βιολί αλλά και χορούς όπως ο μπάλος, που έφεραν τον 13ο αιώνα μ.Χ. οι Φράγκοι (Γάλοι, Γενοβέζοι και οι Βενετσιάνοι) όταν κατέλαβαν το Αιγαίο με τις Σταυροφορίες.
Οι νησιώτες εκφράζονται μουσικά με δυο τρόπους. Ο πρώτος αφορά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, που ανήκει στην κατηγορία της έντεχνης/κλασικής μουσικής. Η Πάτμος εδώ έχει τον πρώτο λόγο. Ο δεύτερος, και πιο καθημερινός τρόπος έκφρασης, αναφέρεται στη λαϊκή νησιώτικη μουσική και στις δημιουργίες του ρεμπέτικου. Αλλωστε το Αιγαίο είναι πατρίδα για το ρεμπέτικο, πάνω στο οποίο έχει στηριχθεί, κατά μεγάλο μέρος του, το σύγχρονο ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Τραγούδια, σκοποί και όργανα διατρέχουν τους θαλάσσιους δρόμους: ομοιοκατάληκτα αυτοσχεδιαζόμενα δίστιχα (μαντινάδες), αλλά και παλαιότατες παραλογές (βυζαντινές αφηγηματικές μπαλάντες). Ρίμες, δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι, δίστιχα απαντώνται σε όλα τα νησιά ενώ οι μαντινάδες στα Δωδεκάνησα χαρακτηρίζονται για την ποικιλία των θεμάτων, δίνουν γόητρο σ’ εκείνον που αυτοσχεδιάζει, απαντά ή συμπληρώνει τον άλλον σ’ ένα παιχνίδι συναγωνισμού που κρατά ως σήμερα. Αφηγηματικά τραγούδια, χωρίς οργανική συνοδεία, περιγράφουν γεγονότα σημαντικά και λειτουργούν ως «λαϊκές προφορικές εφημερίδες». Μετανάστευση, ξενιτιά, αλλαγή των συνθηκών ζωής, νέοι όροι που διαμορφώνει ο τουρισμός, έντονες κριτικές για επίκαιρα θέματα, πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις με διαλογική μορφή, αναπτύσσονται στο πλαίσιο ποιητικών συνομιλιών με εύστοχη ομοιοκαταληξία. Συναισθηματικές αντιδράσεις σε γεγονότα όπως ο γάμος βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους.
Η λύρα με βιολί ή λαγούτο αποτελεί μια πολύ συνηθισμένη ζυγιά, ζευγάρι οργάνων. Συνοδευτικά τους όργανα είναι το νταούλι και το ντέφι. Η λύρα και η τσαμπούνα για αιώνες διαμόρφωσαν το ρεπερτόριο και την αισθητική του τραγουδιού σ’ ολόκληρο το Αιγαίο. Σήμερα φαίνεται να παραχωρούν τη θέση τους στο βιολί, που έχει πιο μαλακό ήχο. Αντιστέκεται ακόμη η λύρα με τα μικρά κουδουνάκια στο δοξάρι στην Κάσο και στην Κάρπαθο. Τραγούδια και χοροί συνόδευαν τα έθιμα του κύκλου χρόνου και του κύκλου ζωής. Σκοποί του αρραβώνα, του γάμου, ταχταρίσματα των μικρών παιδιών, αλλά και μοιρολόγια. Το τραγούδι, όπως και ο χορός, έχει συλλογικό χαρακτήρα, και όχι ατομικό, έχει ενεργή συμμετοχή όλης της κοινότητας, συντείνει στη διατήρηση της συνοχής της, ακολουθεί ένα τυπικό, κανόνες που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, την κοινωνική θέση των συμμετεχόντων, είναι ένας τρόπος κοινωνικής ιεράρχησης: όσοι τραγουδούν ή χορεύουν καλά είναι παράλληλα πρόσωπα άξια θαυμασμού και σεβασμού από τους υπόλοιπους. Η, από την άλλη πλευρά, η αξία του κάθε τραγουδιστή κρίνεται από την ερμηνεία του σε σκοπούς αγαπημένους, όπως είναι για τους Ροδίτες ο «Ποταμός» ή «Αρχαγγελίτικος».
Χοροί ζευγαρωτοί μεταξύ αντρών, γυναικών ή άντρα-γυναίκα, με το ζευγάρι να χορεύει αντικριστά καρσιλαμά ή ζεμπέκικο, βήματα ζωηρά, εύθυμα, βαριά ή αργά. Ομαδικοί χοροί, σε ανοιχτό ή κλειστό κύκλο, με απότομες κλίσεις γονάτων όπως ο γονατιστός, χοροί πολεμικοί και ερωτικοί όπως ο Αρκτιστής, πηδηχτοί χοροί. Οι διαφοροποιήσεις από νησί σε νησί αλλά και από χωριό σε χωριό του ίδιου νησιού είναι αρκετές: «βαριά και αυστηρή» είναι η σούστα της Καρπάθου, «ανάλαφρη και πηδηχτή» της Ρόδου, «αντικριστή και ήρεμη» της Σύμης. Στα Υστέρνια της Τήνου οι ανύπαντρες νεαρές χόρευαν στο τέλος του κύκλου, οι αρραβωνιασμένες και οι παντρεμένες δίπλα στους συνοδούς τους. Υπήρχαν επίσης αντρικοί και γυναικείοι χοροί. Στην Κάρπαθο ο αντικριστός χορός Αρκιστής ήταν καθαρά υπόθεση αντρική, στη Νάξο οι γυναίκες δεν χόρευαν την Τσαµπούνα και τον Βιτζηλιαδίστικο, ενώ στην Τήλο γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν το σκοπό Ειρήνη αντιφωνικά χωρίς οργανική συνοδεία.
* Κείμενα Δήμητρα Φραγκούλη. Από το Λεύκωμα “Νησιώτες/ Νότιο Αιγαίο, της σειράς Ρίζες Ελλήνων/ Εκδοση Πήγασος Εκδοτική
** Αναλυτικά κείμενα για τις γιορτές και τα πανηγύρια που οργανώνονται στο Νότιο Αιγαίο με ημερομηνίες και περιγραφή τους θα βρείτε στην ενότητα Πανηγύρια και Εθιμα, σε κάθε νησί.
ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ
Οι νησιώτισσες δεν χρησιμοποιούσαν τη φορεσιά μόνο για να καλύψουν το σώμα τους. Ηταν για κείνες ένα στοιχείο καλλωπισμού, εντυπωσιασμού και ανάδειξης της γυναικείας ομορφιάς. Υφάντρες καλές ήδη από τη νεολιθική εποχή, δημιουργούσαν υφάσματα, από λινό ή μάλλινο νήμα. Στα προχριστιανικά χρόνια οι πιο πολλές γυναίκες ύφαιναν μόνες τους τα εξαρτήματα που θα φορούσαν στο κεφάλι τους.
Η περιγραφή της νησιώτικης γυναικείας φορεσιάς του 19ου αιώνα ανήκει στον καθηγητή Αγγελο Δεληβοριά και κάνει το νου να τρέχει σε άλλες εποχές: «ο βασικός τύπος της φορεσιάς αποτελείται από ένα πολύπτυχο φουστάνι με τιράντες σφιγμένες στο στήθος, το μήκος καθώς και πολλά από τα επιμέρους στοιχεία του οποίου αλλάζουν κατά τόπους και καιρούς, όπως αλλάζει και η ποιότητα των υφασμάτων με μια σχέση ευθέως ανάλογη προς την παλαιότητα των σωζομένων παραδειγμάτων. Τον κορμό του σώματος περικλείει ένας χειριδωτός ή αχειριδωτός μπούστος, αφήνοντας να προβάλλουν τα φαρδιά κατά κανόνα μανίκια με τις κεντητές άκρες από τα εσωτερικά πουκάμισα, όπως προβάλει και στο κάτω μέρος η ακόμη πιο πλούσια κεντημένη τους παρυφή…».
Ποια όμως είναι η αμέσως προηγούμενη μορφή ενδυμασίας; Η γνωστή ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου στηρίζεται σε ενδυματολογικά σχέδια των περιηγητών του 17ου και 18ου αιώνα και μιλά για τη «μεγάλη οικογένεια των χαμένων ενδυμασιών του Αρχιπελάγους».
Εκεί κυριαρχούσαν οι λευκές φορεσιές των Κυκλάδων, οι οποίες είχαν διαδοθεί σε αρκετά από τα Δωδεκάνησα (Πάτμο, Κω, Καστελόριζο, Κάλυμνο). Ο βασικός τύπος φορεσιάς δεν είχε διαφορές μεταξύ των νησιών και περιλάμβανε τα εξής: ένα κοντό πουκάμισο με στενά μανίκια, ένα μακρύ πουκάμισο με πολύ μεγάλα μανίκια ανασκουμπωμένα συνήθως στους ώμους, ένα μικρό μπούστο, μια τραχηλιά και ένα είδος ποδιάς πάνω από μια έντονα πλισαρισμένη κοντή λευκή φούστα.
Ανέκαθεν η νησιώτισσα συνόδευε το ένδυμά της με κοσμήματα. Περιδέραια, ενίοτε χρυσά, του 17ου αιώνα, πόρπες, επίχρυσες στην περίπτωση του Καστελόριζου, ζώνες μεταλλικές με γοργόνες όπως της Νισύρου και της Αστυπάλαιας, επιστήθια κοσμήματα, κάποιες φορές χρυσά, διαδεδομένα τον 19ο αιώνα στα Δωδεκάνησα και όχι μόνο.
Περίφημες είναι οι «κολαΐνες» της Καρπάθου, τα περιλαίμια με επιρραμμένα χρυσά νομίσματαπου φοριούνται τον 20ο αιώνα και χρησιμοποιούνται συμβολικά αντισταθμίζοντας τις οικονομικές δυσκολίες που οδηγούσαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού να μεταναστεύσει στην Αμερική. Λιτές είναι οι αντρικές φορεσιές, σε αντίθεση με τις γυναικείες. Διακρίνονται και αυτές σε επίσημες και ανεπίσημες-καθημερινές και εμφανίζουν μια επανάληψη στα νησιά.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα ορισμένοι νησιώτες ακολουθούν τη δυτική μόδα, τα λεγόμενα «φράγκικα». Οι περισσότεροι όμως συνεχίζουν να φορούν τη βράκα, παντελόνι-φουφούλα που κυκλοφορεί σε διάφορες παραλλαγές. Εκτός από τη βράκα, επιμέρους εξαρτήματα της φορεσιάς είναι το πουκάμισο και το γιλέκι που κουμπώνει με διάφορους τρόπους ώστε το ένα ρούχο να μην κρύβεται από το άλλο. Εσώρουχα της αντρικής φορεσιάς είναι η φανέλα και το σώβρακο. Ελάχιστα είναι τα κοσμήματα για τη φορεσιά τους, εκτός από τα χάντρινα που φτιάχνονται από τις γυναίκες τους, το πιο σύνηθες είναι το χαϊμαλί, το αργυρό φυλαχτό τους.
* Κείμενα Δήμητρα Φραγκούλη. Από το Λεύκωμα “Νησιώτες/ Νότιο Αιγαίο, της σειράς Ρίζες Ελλήνων/ Εκδοση Πήγασος Εκδοτική
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ
Αγγειοπλάστες, καλαθοπλέκτες, ξυλογλύπτες και αγιογράφοι, μαρμαροτεχνίτες και γλύπτες, καραβομαραγκοί, πεταλωτήδες και σιδεράδες, αγωγιάτες, μυλωνάδες και σφουγγαράδες, υφάντρες, τεχνίτες της πέτρας… Δεκάδες είναι τα παραδοσιακά επαγγέλματα στα νησιά του Αιγαίου, αρκετά από τα οποία έχουν πλέον καταργηθεί αφού η χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών και τα φτηνά εισαγόμενα προϊόντα μείωσαν σημαντικά τη ζήτηση για χειροποίητα.
Πολλές οικοτεχνίες και μικρές μονάδες παραγωγής κεραμικών υπάρχουν στη Ρόδο και κυρίως στην περιοχή του Αρχαγγέλου και της Καμείρου. Στη Λίνδο ντόπιοι λαϊκοί τεχνίτες κατασκευάζουν παραδοσιακά σανδάλια, κεντήματα, ψηφιδωτά από χοχλάκια (μικρά βότσαλα) και πελεκητή πέτρα, παραδοσιακά έπιπλα και υφαντά στον αργαλειό. Αλλες παραδοσιακές τέχνες στο νησί είναι η υφαντουργία, η κεντητική, η αρχυροχοϊα και η χρυσοχοϊα, η ξυλοτεχνία, η αγιοραφία, η κατασκευή λαϊκών οργάνων. Το χωριό Αφάντου παραμένει κέντρο ταπητουργίας και εκεί οι επισκέπτες θα βρουν εργαστήρια και πρατήρια χαλιών. Χαρακτηριστική είναι η φορεσιά του Εμπωνα, με το μαύρο φόρεμα που καταλήγει σε άσπρες ρίγες και συνδυάζεται με καφέ μπότες. Στο κέντρο του χωριού πωλούνται χειροποίητα κεντήματα αλλά και κιλίμια.
Οσον αφορά τη δημιουργία κοσμημάτων, η τεχνοτροπία έχει επιρροές από την Βυζαντινή τέχνη, την περίοδο των Ιπποτών και αργότερα των Οθωμανών και των Ιταλών. Στο νησί της Ρόδου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα διατηρείται η παράδοση στην κεραμική και λειτουργούν βιοτεχνίες που παράγουν σύγχρονα και παραδοσιακά κομμάτια.
Στην Αστυπάλαια αναπτύχθηκε η καλαθοπλεκτική, η ξυλογλυπτική, η αγιογραφία, η κεραμοποιία. Στην Κάλυμνο υπήρχαν καρνάγια και φυσικά τα εργαστήρια επεξεργασίας των περίφημων σφουγγαριών, τα οποία διατηρούνται και στις μέρες μας. Στην Κάρπαθο κατασκευάζουν ακόμη πιάτα, στιβάνια, υφαντά και μπακίρια. Στην Ολυμπο, μάλιστα, η χειροτεχνία άνθιζε μέχρι τον 20ο αιώνα και οι γυναίκες συνεχίζουν να κυκλοφορούν με τις παραδοσιακές τους φορεσιές. Ονομαστοί είναι και οι κατασκευαστές της καρπάθικης λύρας, του λαούτου και της τσαμπούνας. Στην Κω αναπτύχθηκε η αργυροχοϊα και η χρυσοχοϊα, η ξυλοτεχνία, η αγιογραφία, η κεραμική, η μελισσοκομία.
Στους Λειψούς οι γυναίκες συνεχίζουν την τέχνη του κεντήματος σε υφάσματα λινά, χασέδες και ιταμίν με βυζαντινή βελονιά, σταυροβελονιά και τη λεγόμενη «σπίθα». Στη μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο λειτουργούν εργαστήρια συντήρησης εικόνων και χειρογράφων και αγιογραφίας. Στο ιερό νησί θα δείτε και ένα από τα παλιά καρνάγια.
Στη Σύμη λειτουργούσαν ονομαστά καρνάγια και εργαστήρια ξυλογλυπτικής.


