Άνθρωποι, σπίτια, οικιακά σκεύη, φορέματα και έθιμα Πώς περιγράφει ο Κάρολος Νιούτον το Κοσκινιάτικο Σπίτι στα 1853
Τα παλιά σπίτια των Κοσκινού χάνονται σιγά-σιγά, από τον πανδαμάτορα χρόνο και τη βίαιη επέλαση της σύγχρονης ζωής. Πώς ήταν όμως το Κοσκινιάτικο Σπίτι πριν από 143 και πάνω χρόνια; Πώς ζούσαν οι άνθρωποι, τι αντικείμενα χρησιμοποιούσαν και ποια ήταν τα φορέματα τους; Ας δούμε μια σύντομη περιγραφή του Κοσκινιάτικου Σπιτιού, όπως το είδε ο Κάρολος Νιούτον στα 1853.
«Εξωτερικά, το σπίτι του Ροδίτη χωρικού δε διαφέρει από το σπίτι ενός χωρικού στο νησί της Μάλτας.
Τα σπίτια είναι οικοδομημένα με αργολιθοδομή και έχουν την πόρτα στη μία πλευρά του σπιτιού. Κάτω από τη σκεπή, πολύ ψηλά, υπάρχουν δύο παράθυρα πολύ μικρά. Η στέγη του σπιτιού εδώ στα Κοσκινού είναι επίπεδη και στηρίζεται σε ένα μεγάλο τόξο — μια κάμαρα — που επεκτείνεται σε όλο το πλάτος του σπιτιού. Το ταβάνι αποτελείται από καλαμιά, από την πάνω μεριά της οποίας υπάρχει ένα παχύ στρώμα χώματος που εμποδίζει τις δυνατές ακτίνες του ήλιου και, όταν είναι σωστά στρωμένο, συγκρατεί και τα νερά της βροχής.
Εσωτερικά, το σπίτι αποτελείται από ένα μεγάλο δωμάτιο, πολύ φτωχό σε επίπλωση. Στη μια γωνιά του βρίσκεται το κρεβάτι, τοποθετημένο ψηλά, πάνω από το πάτωμα, σ’ ένα είδος δώ­ματος. Σε μια άλλη γωνιά βρίσκεται το τζάκι.
Ο τοίχος απέναντι από την είσοδο είναι στολισμένος με μια επιβλητική σειρά πιάτων της παλιάς τέχνης, που είναι κρεμασμένα από ένα σχοινί. Όλα αυτά τα πιάτα είναι αποκλειστικά για στολισμό και αποτελούν μέρος της προίκας της νύφης. Τα σχέδια τους περιλαμβάνουν κατά κανόνα φυτική διακόσμηση. Η κατασκευή τους μοιάζει με την ιταλική, αλλά δεν είναι τόσο καλή.
Τα σχέδια των πιάτων έχουν περσικό χαρακτήρα, ώστε από κάποιους αρχαιολόγους να υποστηρίζεται πως είχαν εισαχθεί στη Ρόδο από την Ανατολή. Υπάρχουν όμως λόγοι να πιστεύουμε ότι τα περισσότερα από αυτά είναι ροδιακής κατασκευής, καθώς υπάρχουν στη διακόσμηση τους σχέδια σχετικά με τους Ιππότες, θυρεοί και οικόσημα.
Κάτω οπό τα πιάτα των σπιτιών των Κοσκινού εκτείνεται σε όλο το μήκος του τοίχου ένα κορδόνι, όπου κρέμονται κεντήματα καμωμένα με πολύ γούστο από τις γυναίκες του χωριού.
Μια σειρά μεγάλων ντουλαπιών, που περιέχουν διάφορα οικιακά σκεύη, βρίσκεται κάτω από αυτά, σε μια άλλη γωνιά κρέμεται η Ψωμοθούκα, η Ψωμοκαλάθα, ένας μεγάλος δίσκος από καλάμια δεμένος στο ταβάνι, ώστε να μην μπορούν να τον φτάσουν τα ζώα.
Ερχόμενοι στα Κοσκινού ακριβώς την ημέρα μετά το Πάσχα, είδαμε το Λαμπρόψωμο, ένα ψωμί σε σχήμα δαχτυλιδιού, που μόλις είχε φτιαχθεί και που διατηρείται σαν ένα είδος παρακαταθήκης για πολλές εβδομάδες.
Σε έναν άλλο τοίχο υπήρχε ένα οριζόντιο κορδόνι, από το οποίο κρέμονταν οι κυριακάτικες ενδυμασίες ανδρών και γυναικών. Σε μια γωνία του τζακιού παρατήρησα ένα στρογγυλό, πήλινο δοχείο όπου φυλάσσονταν τα μαχαιροπήρουνα και που γι’ αυτό ονομαζόταν Κουταλοθήκη.
Το γουδί του σπιτιού εξακολουθεί να ονομάζεται ιγδή, προφερόμενο γδή, και κόπανος το χέρι.
Η χρήση της ανέμης δεν έχει μεταβληθεί από τους αρχαίους χρόνους. Το αδράχτι εξακολουθεί να ονομάζεται άτρακτος και ο σιδερένιος γάντζος στην κορυφή αγκινάρι. Το στρογγυλό τμήμα στη βάση λέγεται σπονδύλη».
Ο ίδιος περιηγητής αναφέρει πως ο ξεναγός του ήταν ένας πανέξυπνος αγωγιάτης από τα Κοσκινού. Να τι αναφέρει σχετικά:
«Μόλις επέστρεψα από εκδρομή, στην οποία με συνόδευε ένας Κοσκινιάτης αγωγιάτης που λέγεται Πάγκας. Πρόκειται για ένα Ροδίτη πολυμήχανο, έξυπνο και έτοιμο να βοηθήσει σε κάθε τι, καλό ή κακό. Η πονηρή ματιά του με έπεισε αμέσως ότι θα γινόταν ένας εξαίρετος μεσάζων στις αγορές που ήθελα να κάνω στη Ρόδο, αγορές αρχαιοτήτων από τους χωρικούς του νησιού. Ο Πάγκας είναι άριστος μάγειρας και πολύ ευχάριστη συντροφιά σε όποιον γνωρίζει ελληνικά».


