Κοσκινού: Το χθες και το σήμερα ενός ωραίου χωριού – Ένα χωριό που τίμησε το όνομα του και την Ελληνοσύνη μέσα στη σκλαβιά
Το όμορφο χωριό Κοσκινού είναι ένα από τα πιο παλαιά της Ρόδου και ένα από τα πιο ιστορικά και γνωστά, όπως αναφέρουν οι περιηγητές του Μεσαίωνα. Το καταπράσινο και φιλόξενο χωριό, το έτος 1961 είχε 1.219 κατοίκους, ενώ το 1981 μετρούσε 2.390 ψυχές και στα 1991 έφτασε και ξεπέρασε τα 1975 άτομα μέσα στο χωριό, εκτός από 44 Κοσκινιώτες στη θέση Βρυσιά και 240 στην περιοχή Τσαΐρι.
Το όνομα του το πήρε από τον κτηματία Κοσκινά και απο την Παναγία Κοσκινού, όπως αναφέρουν οι μελετητές του λαού και των τοπωνυμίων μας. Αναφέρουν ακόμη οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί πως, όταν ο μεγάλος πολεοδόμος Ιππόδαμος έχτιζε την πόλη μας. Το 4081 χρόνια π.Χ., πήρε υλικά οικοδομής και πέτρες από την περιοχή του σημερινού χωριού Κοσκινού.
Στα Κοσκινού ανήκουν ακόμη και οι περιοχές Αγία Βαρβάρα και Τσαΐρι, όπου ζουν και προ κόπτουν πολλοί Κοσκινιάτες έχοντας κτήματα και ζώα.
Ολόκληρη η περιοχή των Κοσκινού μέχρι τη θάλασσα και μέχρι την περιοχή Τσαΐρι είναι γεμάτη μνήμες και μνημεία, τάφους και θεμέλια ναών από την αρχαία και τη βυζαντινή Ελλάδα. Κοντά στο χωριό εντοπίστηκαν όχι μόνο τάφοι, όπως μας λένε οι περιηγητές του χωριού πριν από εκατό και διακόσια χρόνια, αλλά βρέθηκαν και νομίσματα από την περίοδο του Βυζαντίου. Ο Βέλγος συνταγματάρχης Ροτιέ, που έφτασε στη Ρόδο το 1826, αναφέρει πως στο χωριό Κοσκινού βρέθηκαν νομίσματα βυζαντινά και μεταγενέστερα με ελληνικά ονόματα και χριστιανικά σύμβολα.
Τα Κοσκινού αναφέρονται και στην περίοδο των Ιπποτών, από το 1309 μέχρι το 1522. Μάλιστα, ένα Διάταγμα των Ιπποτών του έτους 1474, επί Μεγάλου Μαγίστρου Ορσίνι, αναφέρει ότι:
«Σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής, οι κάτοικοι του χωριού Κοσκινού να τρέξουν στο φρούριο του χωριού τους…».
Αυτό σημαίνει πως στα μέσα του 15ου αιώνα το χωριό είχε ισχυρό φρούριο, ικανό να προστατεύσει τους Κοσκινιάτες, τη στιγμή που, όπως το ίδιο Διάταγμα των Ιπποτών αναφέρει, οι κάτοικοι του χωριού Αφάντου, λόγω έλλειψης φρουρίου, θα έπρεπε να τρέξουν να κρυφτούν μέσα στην πόλη της Ρόδου.
Όλοι οι Ροδίτες γνωρίζουν πως το χωριό είχε πολλά ζώα και πως οι κάτοικοι, των παλαιοτέρων εποχών, ακόμη και μέχρι την απελευθέρωση του 1948, ήταν έμποροι και μεταφορείς, μεταφέροντας ασβέστη και αγαθά από τα χωριά στη Ρόδο και αντίστροφα και έκαναν τους ξεναγούς στους ξένους περιηγητές του νησιού μας.
Στα 1854 επισκέφτηκε το χωριό ο Γάλλος Βίκτωρ Γκερέν, που αναφέρει με θαυμασμό πως το χωριό ήταν πλούσιο και όμορφο και πως όλα τα σπίτια ήταν παραδοσιακά, με ελληνική αρχιτεκτο­νική, πολλά πιάτα στους τοίχους και ωραία πολύχρωμα βοτσαλάκια στις αυλές, στις εκκλησίες, ακόμα και στους δρόμους. Σήμερα, πολλά σπίτια στο χωριό είναι όπως και παλιά, με αρχιτεκτονική παραδοσιακή, με πιάτα στους τοίχους, με κασέλες πλουμιστές και φορεσιές υφαντές και πολύχρω­μες, με ωραία κεντήματα και πιάτα χρωματιστά, όλα βγαλμένα από το καματερό χεράκι του ανώ­νυμου Κοσκινιάτη, που ήταν καλονοικοκύρης και φιλόξενος, καθαρός και Έλληνας, μέχρι τα βαθιά της ψυχής του.
Όλα τα παλιά σπίτια είχαν αυλή με χοχλάκι και μια μεγάλη σειρά από πιάτα πολύχρωμα και παραδοσιακά, για να ομορφαίνουν το σπί­τι και τη ζωή των Κοσκινιατών στα χρόνια της σκλαβιάς και της βιοπάλης.
Είχαν ακόμη μέσα στο σπίτι το σπερβέρι, την αμουσιά, τη μουσάντρα, το εικονοστά­σι, το καντήλι, τους πάγκους, τη στοίβη και στη μέση του σπιτιού ένα στύλο για να κρατάει ψηλά το ταβάνι του σπιτιού και την τιμή της οικογένειας.
Το Κοσιανιάτικο σπίτι ήταν και παραμένει ένα από τα πιο ωραία του νησιού μας, χάρη στη φιλοκαλία και στην ευαισθησία του ωραίου Κοσκινιάτη και της Πανώριας Κοσκινιάτισσας, που αγαπούσαν το ωραίο και το ελληνικό μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής τους.


