ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΑΛΑΓΙΑΛΗ-ΤΣΙΑΛΙΚ


Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ γεννήθηκε στη Ρόδο, όπου τελείωσετο Βενετόκλειο Λύκειο και τη Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων. Ασκεί τοεπάγγελμα του χρυσοχόου στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Είναι μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου και πρώην μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών στη Ρόδο.Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην Ανθολογία Λύρα Ελληνική του Βασίλη Βασιλικού (εκδ. Πλειάς, Αθήνα 1993) καθώς και στην «PoesieGrecque Contemporaine» – Des iles et des muses (εκδ. Autres Temps, Marseilles 2000).Τιμήθηκε με το B’ Βραβείο Ποίησης Ιπεκτσί 1992-1993.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Φως εφήμεροΚράσπεδα νάρκωσης  (1993)Νυχτερινές ηχορρυθμίες (1995)Το ρολόι τ’ ουρανού σταματημένο (1999)Σαν υδατογραφία (2007)Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις… (2017)

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΔΥΟ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ…  (Β’ Έκδοση 2019)

Ι
Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…
Σε σέναπου διάλεξες να φύγειςνωρίς.

Α’

Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχέςστους όρμους των προσχημάτωνξεκίνησα να γράφου ένα μεγάλο ποίημαπου ήξερα πως δε θα τελειώσει ποτέ.Ίσως γιατί κατέγραφα τις πτυχέςενός ονείρου διαφορετικού, με αντιθέσεις χτυπητέςπου έβγαζε μια περιδίνηση διαρκήκαι μας πονούσε·κι όσο διαρκούσε, άλλαζε η ροή της ζωής·ακροβατούσαμε στα όρια των αντοχών μαςκαι περιμέναμε τη μέρα εκείνηπου μουδιασμένοι και αγνοίθα ξανασυστηθούμε.

            Ζ’

Όταν ο μη φόβος της δυνατής φωνήςθα έχει προσδιορίσει τη φευγαλέα σχέσητων ορίων του φωτός και της σκιάςκαι θα μας συναντήσειατόφιους κι απροβλημάτιστουςδίχως τα παυσίπονα της ενοχής,τότε θα βρισκόμαστε παντού—βιρτουόζοι σε όλες τις λεκτικές ασκήσεις-όπως τα παραμυθία κάθε βράδυπου γίνονται αυτοκόλληταστα χέρια των παιδιών.

Κ’

Έφευγες συχνά για κείνη τη μικρή πόλη·πόλη άναρχη και παρακμάζουσα λενπου όταν τα καράβιαανέβαζαν ταχύτητα αντικρίζοντας το φάρο,όλα γίνονταν πιο εμπορικά κι ο κόσμος τραχύςαφού οι ψυχές έχαναν το κέντρο βάρουςκαι πριν βραδιάσει έχαναν και την ισορροπία τουςκι έσμιγαν σ’ έναν τρελό χορό συναισθημάτωνπεριμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.
Αγρίευαν, αγρίευαν οι θάλασσεςκάτω από ανέμους σκοτεινούςκαι ξέβραζαν στις ακτέςτα γλιστερά φύκια της παρανομίας…

Ο’

Περπατούσαμε μπρος-πίσω ανενόχλητοιμε μια ενέργεια που τους βυθούς μετατοπίζειεγώ κι εσύ —ο γνωστός άγνωστος—σε μια κοινή διαδρομήαπό το δυνατό φως του Παραδείσουστο ψυχρό σκότος του Άδη.
Ξάφνου, σταματήσαμε στη γωνιά του αποχωρισμού.Μέρα παράξενη που κίνησες να πας προς τα κειπου ένα πηχτό αιμάτινο φωςσου ’κλείνε το δρόμο τρυπώντας τη στιγμή—    ένα αγχωμένο κρώξιμο—    μια λάμψη πράσινη εκτοξευότανκι όμως δεν ήταν η φωνή σου που άκουσες,μήτε το παντοτινό κενό που είδες,αλλά ένας καθρέφτης αόρατος που αντανακλούσετην εικόνα του καθενός πριν από μαςως πολύ πιο διαφορετική κι απροσπέλαστη,με την αγνότητα της φύσηςκαι την αγιότητα του Λόγου στην καρδιά,στέλνοντας μηνύματα για άφεση αμαρτιώνπου ανεξίθρησκαθα μας φωτογραφίζουν.

ΙΙ
Ευθύνες της Φωτιάς
Ακολουθούσα νοεράόλους αυτούς στην Ειδομένη,πιστεύοντας πως η σιωπή,η άρνηση και η φυγήδεν ανατρέπουν τις ευθύνες της φωτιάς…

Β’

Κατάκοποιαπό τις διαρκείς αποκαλύψειςτης παράνοιας των ισχυρώνβράδια χειμερινά μεταφέρατετα συλλογικά αγγίγματαεκείνης της αθωότηταςπου ποτέ δεν υπήρξεέστω και βιαστικά δική σας·κι ύστερα άλλαζαν διαρκώςοι μορφές των συνανθρώπωνέχοντας κατοχυρώσειανεπαίσθητο όρκο—βλέπεις, δεν είναι από ξύλο οι καρδιέςνα βάφουν τον ουρανό στο σκοτάδι της ανάγκης—από τη συστολή της συνήθειας.

ΣΤ’

Κι όμωςκι όμως από καταβολής κόσμουσαν ξημέρωνεκαι καταλάγιαζαν οι εναγώνιες σκέψεις,ξεκινούσαν να λιποτακτούν οι εποχέςχορεύοντας ασταμάτητα για ζωή·για τη φρεναπάτη του ανθρώπινου έρωτα.Φτερούγιζαν απειλητικά κάποιες φορέςτα σμήνη των πουλιώνκρώζοντας πεθαμένων ονόματα παρεμφερήπου σκηνές θεάτρου θύμιζαν—η μια μέσα στην άλλη—κι έφταναν στην αυτο-αποκάλυψηενός ανερμήνευτου γίγνεσθαιόταν εκτροχιάζοντανπέρα απ’ το πλαίσιο της χυδαιότηταςο φθόνος, ο πλούτος και το αίμα.Ω πόσο σχετικές φάνταζαν Θεέ μου,οι έννοιες της ομορφιάς και της γαλήνης…

Η’

Βλέπαμε από μακριά να περνούντ’ ανενόχλητα οχήματασ’ ένα ξεθωριασμένο απόγευμαπου δε φυσούσε χρυσάφιστων παρατηρητών τα μάτια.«Όταν ο έρωτας θέλει ορθοπεταλιές,μην ακροβατείτε χαμογελώνταςστη γκρίζα ζώνη της ηθικής»μας λέγανε παλιά, μοιράζοντας ιστορίεςσαν παγωτό στα ιδρωμένα χείλη μαςλίγο πιο κει από τα τείχη.στα παλαιωμένα σπίτια του κάστρουκαθώς ελπίζαμε και περιμέναμε σιγάμη γνωρίζοντας πως γεμίζουντα πιθάρια μυρωδιές του καλοκαιριούκαι υποσχέσεις που δεν τηρήθηκανμπροστά στη λάμψη του «βολικού κι ωραίου».
Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα.

ΙΙΙ
Ιδιότυπα κι ετεροχρονισμένα
Στην πέτρα απάνω σμιλεμένη αστραποβολάη τελετή η πολύμοφη…Κι από πιο πάνω χορός ερώτων φτερωτώντρυγούν-τρυγούνε τ’ αμπελάκια.
ΑΜΩΜΥΜΟΣ(Από την «ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ»επιγράμματα ερωτικά σε μετάφρασητον Γιώργου Κεντρωτή)

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΡΑΝΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Στο μεγάλο χωνευτήρι του σήμερα,μια ταρταρούγα αιωνόβιαακολουθεί τα βήματά μας αδιάκοπακρατς-κρουτς, κρατς-κρουτς.
Κι είναι στο κάθε βήμα τηςσα γουράκια ποικιλώνυμα να σχηματίζειγια τα παιδιά που μετράνε τα σύννεφακαι χαράζουν τους αριθμούςσαστισμένα στη λάσπη της γης,όταν η απαλή επιδερμίδα τουςγεμίζει ευθείες τεμνόμενεςμε των περασμένων χρόνων τα λάθη.

ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ

Περασμένα μεσάνυχτα —κι ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων.
Ψηλά στο καμπαναριόκεντούν τα κοριτσόπουλαμε χρυσή κλωστή τον ουρανό·μπλαβιά με άπειρο φεγγάριτα γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούταςτραγουδώντας: «αύριο, ίσως αύριοτα όνειρα θα γίνουνε συνήθειακι ο ήχος της θάλασσας υδροχαρήςπάλι θα μας γλυκάνει…»Μια προσδοκία από παλιάπου έφυγε πετώντας νωρίςκι ακόμα με συνέπεια τις κυνηγάει.Είναι ο Έρωταςπου ξενιτεύτηκε μικρόςαφήνοντας σημάδια – δαχτυλιέςνα ματώσουν τους τοίχουςγια μια φορά ίσως και τις πλατείες.
«Θα ξημερώσει κομματιαστάκαι θα ’ναι της Αγίας Ιουλίτηςόπως μια φορά κι έναν καιρό», έλεγα.Και τώρα με ραβασάκια αέριναως χελιδόνι στα κρυφάμετέωρος, ανέγγιχτος και μόνος—πάλι ο έρωτας—πώς φεύγει, πώς έρχεταιμέσα από τρεις σειρέςκι άκου πόσο τραγουδιστά που ξαναξεκινάει.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Εκείνο το καλοκαίριπερνούσαμε από τόπουςανάλαφρους κι απεριόριστουςμε το ιερό κοίταγμα στα μάτιακαι την ορμή των αστερισμώνμιας παλαιότερης δυναστείας,από τα μύχια των ερώτωνπου αναφλεγόμενοι θαρρείς,απέναντι στο καθρεφτάκι του Θεούβυθιζόμασταν στα ήσυχα νεράστα πορφυρώματα της δρόσουκαι πάντα κάποιο μήνυμαμας καλούσε πίσω από κείνοντον παράδεισο του αφανισμούκαι σε ρωτούσα με την άγνωστη φωνήτου άλλου —ποιου άλλου;—
— Ποια ηδονική παλίρροια, λοιπόν,και ποια βογγητά μέσα στη λήθηγλιστρούσαν ξώφαλτσακι εξανεμίζονταν απ’ τα κορμιά μας;— Ποια μουσική στα βλέφαρακαι ποιοι φθογγολογικοί καταρράχτες στα χείληδιέλυαν την αντήχηση των πραγμάτωνκάπως νευρωτικά κι εθελούσια;Κι όλα αυτά μπερδεύονταν τόσο αδιάφοραμε τις διακλαδώσεις της ευπρέπειαςκι απλώνονταν σαν τελετουργικόβαθιά κάτω από τ’ αμμώδες χώματων χαδιών.

0 comments on “ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΑΛΑΓΙΑΛΗ-ΤΣΙΑΛΙΚ

Αφήστε μια απάντηση

Social Profile

Ιστορικό

Watch Live News

Ads Banner