Με τη φημισμένη πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Κύπρος που ήταν τμήμα της, διατηρούσε ποικίλες σχέσεις καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο της Ιστορίας. Σχέσεις πολιτικές, πνευματικές (κυρίως εκκλησιαστικές) και άλλες.
Πέρα από τη Βυζαντινή περίοδο, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, σχέσεις εξακολουθούσαν να υφίστανται μεταξύ Κύπρου και Κωνσταντινουπόλεως, ως ένα βαθμό, που έγιναν στενότερες όταν έγινε βασίλισσα της Κύπρου η Ελένη Παλαιολογίνα. Επί ημερών της η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους Τούρκους (1453). Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι σχέσεις Κύπρου και Κωνσταντινούπολης ήταν κυρίως εκκλησιαστικές, αλλά οι αρχιερείς της Κυπριακής Εκκλησίας ανέπτυσσαν και πολιτικές δραστηριότητες, όπως και οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως. Στην Κωνσταντινούπολη κατέφευγαν συχνά Κύπριοι εκκλησιαστικοί ηγέτες, σε θρησκευτικές και πολιτικές αποστολές (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).
Ο Ελληνισμός της Κωνσταντινουπόλης περιελάμβανε στις τάξεις του κατά καιρούς και φωτισμένους Κυπρίους, μερικοί από τους οποίους ανήλθαν στον πατριαρχικό θρόνο ή έλαβαν άλλα υψηλά αξιώματα ή έγιναν σχολάρχες στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.
Ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης υπέστη πολλούς διωγμούς από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να μειωθεί στο ελάχιστο. Τελευταίοι μεγάλης κλίμακας διωγμοί έγιναν εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης αμέσως μετά την έναρξη στην Κύπρο του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-59, κι ως τουρκική αντίδραση στον αγώνα αυτόν. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 ξεσπά το πογκρόμ των Τούρκων, με αφορμή την προβοκάτσια στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ, στη Θεσσαλονίκη. Μέσα σε εννέα ώρες καταστρέφονται 4.500 ελληνικά καταστήματα, 1.000 σπίτια, 73 εκκλησίες και 37 σχολεία. Είναι η αρχή του τέλους για τον ελληνισμό της Πόλης. Στις 3 Φεβρουαρίου 1966 την οριστική απέλαση και των τελευταίων από τους 12.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης εξαγγέλλει η τουρκική κυβέρνηση μετά την κοινή δήλωση Αθηνών-Λευκωσίας περί προσήλωσης στον κοινό στόχο της ένωσης.
Στις συνειδήσεις του Ελληνισμού (περιλαμβανομένου και του Ελληνισμού της Κύπρου), η Κωνσταντινούπολη εξακολουθεί να παραμένει ως πνευματική και θρησκευτική πρωτεύουσα.
Το κόστος για την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης ήταν μεγάλο. Μέσα σε λίγες ώρες, σαράντα πέντε ελληνικές κοινότητες καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν.
Τα γεγονότα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου του 1955 προκάλεσαν:
Το θάνατο 16 Ελλήνων και τον τραυματισμό 32.
Το θάνατο ενός Αρμενίου.
Το βιασμό 12 Ελληνίδων.
Το βιασμό αδιευκρίνιστου αριθμού ανδρών (εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή).
Την καταστροφή:
4.348 εμπορικών καταστημάτων,
110 ξενοδοχείων,
27 φαρμακείων,
23 σχολείων,
21 εργοστασίων,
73 εκκλησιών,
1.000 περίπου κατοικιών, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας.
Το οικονομικό κόστος των ζημιών ανήλθε σε 150 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, ενώ η ελληνική κυβέρνηση τις υπολόγισε σε 500.000.000 δολάρια.
Η οικονομική αιμορραγία και ο φόβος ανάγκασαν χιλιάδες Ελληνες ομογενείς να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα.
Μετά το πογκρόμ πολλοί Ελληνες εκδιώχθηκαν από τις δουλειές τους: 2.000 τσαγκάρηδες, 2.000 επιπλοποιοί, 2.700 εργαζόμενοι σε εστιατόρια, 500 εργάτες σε σοκολατοποιίες, 400 τυπογράφοι, 400 εργάτες σε εργοστάσια ελαστικών, 350 εργαζόμενοι σε υφαντουργεία, 150 εργαζόμενοι σε χυτήρια.
Η φυγή των Ελλήνων
Η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων λόγω του Κυπριακού, τα χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά, είχε άμεσο αντίκτυπο τόσο στην ελληνική μειονότητα όσο και στο Πατριαρχείο, η ύπαρξη του οποίου βρισκόταν συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Το 1957-1958, σε μια περίοδο που Έλληνες της Πόλης συλλαμβάνονταν για κατασκοπεία και ενίσχυση της ΕΟΚΑ και άρχιζε ένα νέο κύμα φυγής, η αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα διαπίστωνε: «Η λαϊκή απαίτηση για πράξεις αντιποίνων εναντίον του Πατριαρχείου εκδηλώθηκε σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους τις τελευταίες ημέρες, ιδιαίτερα στον κωνσταντινουπολίτικο Τύπο». Μάλιστα, ο Αμερικανός γενικός πρόξενος στην Πόλη, Ρ. Μάινερ, έκανε δύο σημαντικές επισημάνσεις. Η πρώτη: «Το Πατριαρχείο είναι τώρα λιγότερο ασφαλές από κάθε άλλη περίοδο μετά το 1925». Και η δεύτερη: «Ο κύριος στόχος της διογκούμενης εχθρότητας ήταν το Πατριαρχείο. Μια ευρύτατη και επίμονη εκστρατεία απαιτούσε τη μεταφορά του στην Ελλάδα».
Οι εκβιασμοί και οι απειλές συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, παρά την προσωρινή ηρεμία στην Κύπρο, μετά τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι εκβιασμοί για απομάκρυνση του Πατριαρχείου πολλαπλασιάστηκαν μετά την όξυνση της κατάστασης στην Κύπρο, το 1963. Αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν οι μαζικές απελάσεις Ελλήνων υπηκόων κατοίκων της Πόλης, που άρχισαν το 1964 και ολοκληρώθηκαν το 1966. Μέσα σε τρία χρόνια, από το 1964 έως το 1967, οι τουρκικές Αρχές εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα απαγορευτικών μέτρων, που κατέστησε αφόρητη την κατάσταση της μειονότητας και του Πατριαρχείου. Μητροπολίτες απελάθηκαν, οι κληρικοί δεν μπορούσαν να εισέλθουν ούτε στα μειονοτικά σχολεία. Οι εξευτελιστικοί έλεγχοι στο Φανάρι, με την απειλή απαγγελίας κατηγοριών, και οι προειδοποιήσεις για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης ήταν διαρκώς στην ημερησία διάταξη. Για να φτάσουμε, έτσι, στο 1971 και στο κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που στέρησε το Πατριαρχείο από το βασικό φυτώριο των στελεχών του.


