ΗΔήμητρα Παπαναστασοπούλου με τους «Παλαιούς Λογαριασμούς», το νέο της μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις 24 Γράμματα, μας προσκαλεί σε μία ακόμα συναρπαστική ιστορία.
Τρεις γυναίκες, τρεις ζωές, τρεις ιστορίες. Η συνάντησή μας μαζί της ήταν, όπως πάντα, ενδιαφέρουσα και απολαυστική!
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Κοβάνη
Πώς προέκυψαν οι «Παλαιοί Λογαριασμοί»; Τι σηματοδοτεί ο τίτλος;
Μια τυχαία συζήτηση με φίλους για ανθρώπους με άσχημες συμπεριφορές που άλλοτε «πληρώνονται» και άλλοτε όχι, μού έδωσε το έναυσμα της πλοκής. Ο τίτλος σηματοδοτεί το ξεκαθάρισμα, την «πληρωμή» των παλιών λαθών και την κάθαρση που έρχεται μετά από αυτό.
Κάτω από ποιες συνθήκες και με τι διάθεση γράψατε το νέο σας βιβλίο;
Οι συνθήκες είναι πάντα οι ίδιες όταν γράφω: ψάξιμο στις ιστορικές πηγές, ενθουσιασμός για το νέο θέμα, ταξίδια του νου για το χτίσιμο της πλοκής, μια πλήρης συγκέντρωση στους χαρακτήρες των ηρώων και τα φερσίματά τους.
Το λογοτεχνικό είδος στο οποίο επιδίδεστε είναι το ιστορικό μυθιστόρημα. Οι «Παλαιοί Λογαριασμοί» συνεχίζουν αυτή την παράδοση; Αν ναι, ποιο είναι αυτή τη φορά το ιστορικό πλαίσιο που συνοδεύει τους ήρωές σας;
Μου αρέσει πάντα να ενδύω το περιβάλλον ανάλογα με την εποχή. Το ίδιο έκανα και τώρα, αλλά οι ιστορικές αναφορές είναι λίγες σε σχέση με την έκταση του βιβλίου. Περιορίστηκα στις εντελώς απαραίτητες και οι περισσότερες αφορούν την Κίνα του 16ου αιώνα. Κι αυτό συνέβη, επειδή το θέμα απαιτούσε περισσότερη συγκέντρωση στους χαρακτήρες, την ψυχολογία τους, τις πράξεις τους.
Σε ποιο κοινό απευθύνεστε; Ποιος είναι ο ιδανικός σας αναγνώστης;
Απευθύνομαι σε όλους τους ενήλικες, άνδρες και γυναίκες. Θεωρώ ότι όλοι θα ανακαλύψουν κάτι ενδιαφέρον. Ο ιδανικός αναγνώστης, όχι μόνο των δικών μου βιβλίων αλλά κάθε είδους λογοτεχνίας, είναι εκείνος που δεν βιάζεται να τελειώσει το βιβλίο, αλλά διαβάζει αργά για την απόλαυση των εξιστορούμενων.
Γράφετε συνδυάζοντας ιδανικά την αγάπη σας για την ιστορία, με αυτή για τη λογοτεχνία. Η έρευνα τι θέση κατέχει στη δουλειά σας σε σχέση με αυτή καθαυτή τη συγγραφή;
Η έρευνα και η λεπτομερής μελέτη των ιστορικών στοιχείων μού παίρνει πάνω-κάτω τα δύο τρίτα του απαιτούμενου χρόνου για την συγγραφή, αλλά είναι το ίδιο συναρπαστική για μένα, επειδή, μελετώντας, μου δημιουργούνται εικόνες κι αυτές χρησιμεύουν στην πλοκή του μυθιστορήματος.
Συντελείται ένα μικρό θαύμα κάθε φορά που μελετώ ιστορία και, άνθρωποι και τόποι παίρνουν σάρκα και οστά στη φαντασία μου, εντοπίζω με ευκολία τους ήρωές μου και οι ζωές τους, με όσες ευκολίες ή δυσκολίες αντιμετωπίζουν, παρουσιάζονται μπροστά μου, σαν να μου δίνει ο καθένας την αναφορά του.
Στα βιβλία σας περιγράφετε γλαφυρά έναν τόπο -ή και περισσότερους- και μία ιστορική περίοδο παράλληλα με τις καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες. Πώς εξισορροπείτε το ατομικό και το οικουμενικό στοιχείο, ώστε να κρατούν και τα δύο το ενδιαφέρον του αναγνώστη;
Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται συγχρόνως πολλή μελέτη και αυτοσυγκέντρωση, αναλυτική σκέψη και αυστηρότητα, για να αφήνω στην άκρη όσα θα βάρυναν το κείμενο, όσο συναρπαστικά κι αν είναι, κι αυτή η ικανότητα αποκτάται σιγά-σιγά με την εξάσκηση και την εμπειρία.
Πώς περάσατε τους μήνες της καραντίνας και πώς πιστεύετε ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον;
Συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα στους τυχερούς, πρώτον γιατί δεν νόσησε κανείς από την οικογένειά μου και δεύτερον και σπουδαιότερο, επειδή η ενασχόλησή μου με την έρευνα και τη γραφή με απασχολούσε και με απασχολεί πολλές ώρες ημερησίως.
Όσον αφορά το μέλλον, έχοντας γνώση τού τι συνέβη στο παρελθόν, έχω εμπιστοσύνη στην τεχνολογία για να μας γλυτώσει γρηγορότερα- όπως έγινε και με την εμφάνιση του εμβολίου. Δεν θα γίνει βέβαια άμεσα, ο επόμενος χειμώνας θα είναι και πάλι δύσκολος, ίσως χρειαστεί να παρθούν ξανά περιοριστικά μέτρα, αλλά από την άνοιξη του 2022 πιστεύω ότι όλα θα είναι καλύτερα.
Εύχομαι ολόψυχα να καταφέρουμε όλοι μας να βγούμε πιο δυνατοί από αυτή τη δοκιμασία και να στραφούμε στα περισσότερο σημαντικά, δηλαδή στις ουσιαστικότερες σχέσεις με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας.
Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο που σας οδήγησε εξαρχής στη γραφή; Γιατί γράφετε;
Γράφω γιατί αδυνατώ να πράξω διαφορετικά, γιατί είναι αναγκαίο όπως το οξυγόνο για τον οργανισμό μας. Αυτή η ανάγκη προέκυψε εν αιθρία, ορμητική, απόλυτα λυτρωτική, μαζί και αναζωογονητική, βγάζοντας στην επιφάνεια μια ψυχική ευφορία και δημιουργικότητα.
Όταν γράφω αισθάνομαι πλήρης, νιώθω ευτυχής κι ευλογημένη. Είναι ό,τι καλύτερο μου συνέβη στη ζωή μου. Μέσα μου γεννιούνται ιστορίες κάθε λίγο με το παραμικρό ερέθισμα και κάθε φορά νιώθω ενθουσιασμένη, έστω και σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο.



