Γράφει ο Σεραφείμ Αθανασίου
Δεν είμαι ιστορικός, απλώς ήμουν τυχερός και βρισκόμουν εκεί. Ήμουν παρών και έβλεπα τα όσα γίνονταν.
Όμως, για να γίνουν όλα αυτά, προηγήθηκαν κάποιοι αιώνες σκλαβιάς που, αν τους καλοσκεφθεί ανθρώπινος νους, αυτός ο νους κυριολεκτικά ζαλίζεται και, προσεύχεται να μη ξανασυμβεί τέτοια δυστυχία.
Διαβάστε παρακαλώ τα όσα και εγώ, που δεν είμαι ιστορικός, κάπου τα διάβασα και τα μεταφέρω εδώ προκειμένου να φτάσω στις μέρες που, με τύχη αγαθή, βρέθηκα στον ευλογημένο εκείνο χώρο για να ζήσω ιστορικές στιγμές τις οποίες ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν ένιωσα και, δικαιολογημένα, εδώ και 74 ολόκληρα χρόνια εκείνες τις χαρές σκέπτομαι και στον Πανορμίτη της Σύμης, ευλαβικά κερί ανάβω.
Ρόδος: Κατοχή Ιπποτών κάπου 205 χρόνια. Κατάληψη στη συνέχεια και με κάποια συμφωνία με τους Ιππότες από τον μαχαιροβγάλτη «Μεγαλοπρεπή» το έτος 1522 μέχρι το 1912:
(1912- 1522= 390 χρόνια Σουλεϊμάν). Ιταλική Κατοχή από 1912 έως 1945. ( 1945-1912=33 χρόνια στην μπότα του μελανοχίτωνα Μουσολίνι, την αλησμόνητη εκείνη άσχημη φάτσα. Σύνολον δυστυχίας των Δωδεκανησίων και με προσμονή ελεύθερης αναπνοής: 205+390+33= 628 χρόνια και αν προστεθούν άλλα δύο (2) (1947-1945)=2 στους αποικιοκράτες «φίλους» μας Άγγλους (πιο κάτω θα σας πω γιατί) τα 628 με συν 2 γίνονται 630 τα χρόνια προσμονής και, το γιατί ,το εξηγώ.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επειδή οι Ιταλο-Γερμανοί διέλυσαν τον «αρραβώνα» συμμαχίας τους κύριοι και κάτοχοι των νήσων του Δωδεκανησιακού Συμπλέγματος έμειναν μόνο οι Γερμανοί οι οποίοι και εξ ανάγκης- επειδή έχαναν το πολεμικό τους παιχνίδι- στις 8 Μαΐου 1945, στο νησί της Σύμης, ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ με υπογραφή του Γερμανού Στρατηγού Wagener, τα Δωδεκάνησα παραδόθηκαν στους συμμάχους μας Άγγλους και στην Ελλάδα, παρουσία Άγγλων Αξιωματικών και του δικού μας Συνταγματάρχου Χριστόδουλου Τσιγάντε, Διοικητού του Ιερού Λόχου ο οποίος, με τις δολιοφθορές του στα Γερμανικά Στρατεύματα κατοχής, συνετέλεσε σε εκείνη την άνευ όρων παράδοση.
Τότε ο Γερμανός Στρατηγός τρέμοντας και πελιδνός, από την ταπείνωση, την ώρα της υπογραφής, είχε αφήσει το πιστόλι του πάνω στο τραπέζι ενώ οι Άγγλοι Αξιωματικοί και ο Τσιγάντε, που καθόντουσαν δίπλα του, έτριβαν τα χέρια τους από τη χαρά της Νίκης.
Εκείνο το πιστόλι ο Άγγλος Αξιωματικός, ευθύς μετά την υπογραφή και τιμής ένεκεν, το έδωσε στον δικό μας Συνταγματάρχη Χριστόδουλο Τσιγάντε και τον Γερμανό Στρατηγό, αφού πρώτα του πρόσφεραν καφέ χωρίς ζάχαρη (έτσι τον ζήτησε), τον αποχαιρέτισαν

πολιτισμένα και εγκάρδια.
Αυτά έγιναν στις 8 Μαΐου 1945 στην όμορφη Σύμη (γι’ αυτό ανάβω και κεράκι στον Πανορμίτη του) και οι φίλοι μας Άγγλοι τα αστραφτερά μας δώδεκα διαμάντια «κωλοτριγυρίζοντάς τα» τα κράτησαν από 8 Μαΐου 1945 ημέρα παράδοσης μέχρι στις 31 Μαρτίου 1947 που τα παρέδωσαν στην αγαπημένη μας Πατρίδα, την Ελλάδα και με δυσκολία.
Τη μέρα εκείνη στη μεγάλη πλατεία του Δημαρχιακού Μεγάρου της Ρόδου είχε συγκεντρωθεί μια Λαοθάλασσα που από τη χαρά της δεν κρατιόταν και έκανε τρέλες.
Στα γύρω από την Πλατεία Μέγαρα, ιδιαίτερα εκείνο του Δημοτικού Θεάτρου, πόδια γερόντων, νέων και μικρών ακόμη παιδιών, κρέμονταν από τις ταράτσες σαν τσαμπιά σταφυλιών και περίμεναν το Ωσαννά. Ας αναφερθώ όμως στην όλη ιστορία:
Με το Αρματαγωγό «ΧΙΟΣ» από τον Σκαραμαγκά μεγάλη δύναμη ανδρών, κάπου 600, της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής (μέσα σε αυτούς και εγώ), το τρίτο 10ήμερο του μηνός Μαρτίου 1947 ταξιδεύοντας και περνώντας από Λέρο, Κάλυμνο, Κω και Σύμη αφήσαμε εκεί την όποια δύναμη προοριζόταν για εκείνα τα νησιά ή και όμορα αυτών.
Η υποδοχή των συναδέλφων μου από τους κατοίκους αυτών των νήσων (που είχαν συγκεντρωθεί σε χιλιάδες στα λιμάνια) ήταν τόσο ζεστή που εμείς που μέναμε πάνω στο πλοίο κάναμε τον σταυρό μας για εκείνα που βλέπαμε.
Και μην ξεχνάμε ότι τότε στη χερσαία Ελλάδα εμαίνετο ο εμφύλιος σπαραγμός και ο χωροφύλακας ήταν (και τώρα είναι) το μαύρο πρόβατο που όλοι το γδέρνουν και ζητούν το τομάρι του, ίσως γιατί είναι δυσεύρετο για πανάκριβες γούνες, τρομάρα τους!
Στη Ρόδο φτάσαμε το απόγευμα της 29ης Μαρτίου 1947 και η υποδοχή μας, από τις χιλιάδες λαού, ήταν τέτοια που νομίζαμε ότι είχαμε να κάνουμε με τρελό κόσμο μια που χάσαμε τα αυγά και τα καλάθια μας ενώ και τα όπλα μας άρπαξαν για να κάνουν εκείνοι παρέλαση.
Το δικό μου, όπως και άλλα, τα έφεραν στη συνέχεια εκεί που καταλύσαμε αφού πρώτα η ψυχή μας, από την αγωνία μας, είχε πάει μέχρι την Κούλουρη και εγώ εδώ και 74 τώρα χρόνια θυμάμαι και τον αριθμό του 7.008.
Συνεχίζω τις θύμησες:
Ρόδος: Το πρωί στις 31 Μαρτίου 1947, ευλογημένη μέρα παράδοσης της Δωδεκανήσου στη Μητέρα Πατρίδα, 200 και πλέον άνδρες της Χωροφυλακής συντεταγμένοι πήγαμε στη μεγάλη πλατεία του Δημαρχιακού Μεγάρου που ήταν γεμάτη κόσμο όπως ήταν και η μεγάλη παραλιακή Λεωφόρος, χώρια που από τις ταράτσες των γύρω Μεγάρων σαν τσαμπιά σταφυλιών κρέμονταν ανθρώπινα πόδια και εκείνος που τα έβλεπε έτρεμε η καρδιά του και προσευχόταν στο Θεό οι ιδιοκτήτες αυτών των ποδιών να μη σωριαστούν στο έδαφος.
Η ώρα της τελετής έφτασε και παρουσία του Ναυάρχου Περικλή Ιωαννίδη και του Άγγλου Ταξίαρχου Πάρκερ άλλος Άγγλος Αξιωματικός, με τρεμάμενη φωνή, διάβαζε το πρωτόκολλο παράδοσης της Δωδεκανήσου από τους Άγγλους στην Ελλάδα.
Ο Πάρκερ πιστεύω πως έτρεμε από τη στενοχώρια του που παρέδιδε τη Δωδεκάνησο. Του δε δικού μας Ναυάρχου Περικλή Ιωαννίδη τα χείλη από συγκίνηση χαράς, επίσης έτρεμαν γιατί ήταν ο τυχερός Αξιωματικός που παρελάμβανε τα Δωδεκάνησα και ύστερα από 630 χρόνια σκλαβιάς!
Ο πρώτος Δήμαρχος της Ρόδου Γαβριήλ Χαρίτος, εκείνος ο συμπαθέστατος και γλυκύτατος άνθρωπος, την ώρα της έπαρσης της Ελληνικής Σημαίας, κλαίγοντας γονάτισε και κοίταζε τον λεύτερο πλέον ιστό από τον οποίο πριν από λίγο είχε κατεβεί η Αγγλική Σημαία των αποικιοκρατών.
Και δεν γονάτισε μόνο ο Δήμαρχος Γαβριήλ Χαρίτος. Με την ενέργειά του εκείνη σαν τσουνάμι παρέσυρε τις χιλιάδες Λαού ,τις χιλιάδες συμπατριώτες του οι οποίοι, και εκείνοι, γονάτισαν και, στη συνέχεια, όταν σηκώθηκαν έγινε το έλα να δεις!
Έκλαιγαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, άγνωστοι μεταξύ τους φιλιόντουσαν, έψελναν, έκαναν μετάνοιες και πολλοί εξ αυτών ήρθαν προς το μέρος μας, στο χώρο δηλαδή που οι χωροφύλακες βρίσκονταν και σαν χαμένοι στο διάστημα, με τα όσα έβλεπαν μπορώ να πω έκλαιγαν και, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να τραγουδούν, να τραγουδούμε και σαν τρελοί να χορεύουμε ανάμεσα στον τρελό-κοσμο.
Μας σήκωσαν στους ώμους τους, χάσαμε τα πηλίκιά μας, σχίστηκαν πολλών τα παντελόνια μας και δεν μας άφηναν, από τη χαρά τους, σε χλωρό κλωνάρι.
Ο Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, συγκινημένος και σε εμφανές σημείο στη μέση του είχε το πιστόλι, λάφυρο από τον Γερμανό Στρατηγό Wagener ο οποίος την 8η Mαρτίου είχε παραδοθεί, στη Σύμη, με τα στρατεύματά του.
Οι κωδωνοκρουσίες, τα σφυρίγματα των πλοίων και μικρότερων πλωτών μέσων, οι τσαμπούνες, τα βιολιά, οι γκάιδες, τα ακορντεόν, οι καραμούζες, τα κλαρίνα και τα παντός τύπου άλλα πνευστά όργανα όλα μαζί δονούσαν την ατμόσφαιρα, χωρίς αυτή η ατμόσφαιρα να στερείται και από δυνατές εκρήξεις δυναμίτιδας οι οποίες, από θάλασσα και τις γύρω της Ρόδου βουνοκορφές, έρχονταν στα αυτιά όλων μας!
Ειλικρινά τη μέρα εκείνη νοιώθαμε παράξενα και τρίβαμε τα μάτια μας. Παντελώς ξένοι στο χώρο εκείνο βρεθήκαμε ανάμεσα σε σκλάβους αδελφούς μας οι οποίοι μας θεωρούσαν ελευθερωτές και κάποια στιγμή, όπως είπα, μας περικύκλωσαν, κυριολεκτικά έπεσαν πάνω μας και, μας σήκωσαν στους ώμους τους! Δεν θα ξεχάσω τον Ανώτερο Διοικητή μας Συντ/ρχη Χαρίλαο Παπαδημητρίου τον οποίο πηγαινοέφερναν στους ώμους τους κάποιοι «τρελοί» που αργότερα εκεί στη Ρόδο είχαν γίνει και φίλοι του, όπως φίλος και σε μένα έγινε εκείνος που μου είχε πάρει το όπλο μου και- πριν ταξιδέψει στην «Κούλουρη» η ψυχή μου- το είχα πάλι στα χέρια μου!.
Πρέπει εδώ να πω ότι με μπροστάρη τον Δήμαρχο, έγινε και τον επόμενο χρόνο, 7 Μαρτίου 1948, η γιορτή ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου, με ίδια ξεφαντώματα και ίδιες ξέφρενες συγκινησιακές εκδηλώσεις ενός ελευθερωμένου πλέον λαού, ο δε Δήμαρχος Γαβριήλ Χαρίτος ήταν εκείνος που υποδέχθηκε τον Βασιλέα Παύλο, στον οποίο παρέδωσε και το κλειδί της πόλεως. Και σε εκείνη την όμορφη γιορτή και ως τροχονόμος χωροφύλακας ήμουν εκεί και σε απόσταση αναπνοής από τον Δήμαρχο Γαβριήλ Χαρίτο αλλά και τους Βασιλείς και λοιπούς επισήμους!
Εν κατακλείδι θα μου επιτραπεί να απευθυνθώ σε φίλους που ανάμεσά τους 18 ολόκληρα χρόνια έζησα!
Φίλοι Δωδεκανήσιοι, συμμετέχω στη σημερινή γιορτή σας και τις Άγιες εκείνες μέρες, παρά του ότι από τότε έχουν περάσει 74 ολόκληρα χρόνια, ποτέ δεν ξέχασα την υποδοχή που μας κάνατε.
Σήμερα 7 Μαρτίου 2021 γιορτάζουμε την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (7 Μαρτίου 1948) και στις 31 Μαρτίου 2021 θα γιορτάσουμε την απελευθέρωσή της που πραγματοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 1947.
Με την απελευθέρωση οι πρώτοι στα Δωδεκάνησα Αστυνομικοί ήμασταν κάπου 600 άνδρες. Από αυτούς σήμερα ζούμε ελάχιστοι. Όλοι νεκροί και ζώντες σας αγαπήσαμε γιατί οι πρόγονοί σας ήταν υπέροχοι άνθρωποι.
Είναι στιγμές αλησμόνητες που έχουν ζωγραφιστεί στη μνήμη μου με έντονα και ανεξίτηλα χρώματα και που αυτές οι αναπολήσεις δικαιολογημένα με κάνουν να νιώθω συγκινημένος και παράλληλα να σκέπτομαι και άλλα κομμάτια τα οποία θα ονόμαζα Σκλάβες Πατρίδες που ζουν και καρτερούν ίδιες, των Δωδεκανησίων, χαρές που ίσως «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικές μας Θα ’ναι»!
Και το λέω αυτό επειδή για μας υπάρχουν και άλλες Σκλάβες Πατρίδες και φυσικά στον τόπο μας ΔΕΝ υπάρχουν ξένες γαλάζιες πατρίδες και κανένας βράχος ή βραχονησίδα δε μεριάζει να διαβεί ξένο εχθρικό καράβι!
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.


