Λαρνιώτισσα


Γράφει ο Μανώλης Κασσώτης

Ένα δυο χιλιόμετρα από τα Πηγάδια της Καρπάθου μέσα σ’ ένα ολοπράσινο πευκόδασος που καταλήγει στη γαλανή θάλασσα βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι της Λαρνιώτισσας. Είναι αφιερωμένο στο γεννέσιο της Παναγίας και γιορτάζει στις 8 του Σεπτέμβρη. Το ιστορικό του μοναστηριού χάνεται μέσα στους αιώνες και στην εποχή που η Κάρπαθος υπέφερε από τους πειρατές.

Ο Σκλάβος

Πριν από τρεις ή τέσσερες αιώνες πειρατές, σε μια επιδρομή στην Κάρπαθο, έκλεψαν ένα επτάχρονο αγόρι, το μοναχοπαίδι μιας Μενεδιάτισσας, και το πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Η πονεμένη μάνα απόθεσε όλες της τις ελπίδες στην Παναγία, παρακαλώντας την καθημερινά να της φέρει πίσω το παιδί της και για τριάντα χρόνια πήγαινε κάθε Σάββατο στην Αγία Κυριακή για ν’ ανάψει τα καντήλια της.

Ένα απ’ αυτά τα Σάββατα σαν έφτασε στην Αγία Κυριακή και άναψε τα καντήλια, άκουσε μια γυναικεία φωνή που της έλεγε να πάρει το μονοπάτι και να κατέβει τον γκρεμό πούχε νέα για το παιδί της. Μόλις κατέβηκε το γκρεμό άκουσε πάλι τη φωνή που της έλεγε να πάει στο «Μεγάλο Σκίνο». Την ίδια ώρα έτυχε να περνά απ’ εκεί ο Βασιλής του Μανιά που είχε ακούσει κι αυτός την ίδια φωνή και συνάντησε την Μενεδιάτισσα που έψαχνε για το σημείο που της είχε υποδειχθεί. Ο Βασιλής, που ήξερε καλά την περιοχή, την οδήγησε στο «Μεγάλο Σκίνο» κι εκεί ψάχνοντας βρήκαν την εικόνα της Παναγίας. Έμειναν κι οι δυο άφωνοι μπροστά στο θαύμα και πριν ακόμη συνέλθουν από τη συγκίνηση, ένας άγνωστος ηλιοκαμμένος άντρας παρουσιάζεται μπροστά τους και ρωτά να μάθει ποιος δρόμος οδηγεί στις Μενετές.

Το σημερινό εκκλησάκι της Λαρνιώτισσας όπως φαίνεται από βόρειδυτικά.

Όταν οι πειρατές έκλεψαν το γιο της Μενεδιάτισσας τον πούλησαν σ’ ένα σκλαβοπάζαρο της Ανατολής, και σαν μεγάλωσε τον έβαλαν ναύτη στα καράβια. Το εφτάχρονο παιδί γνώριζε ότι καταγόταν από την Κάρπαθο και τις Μενετές – και κράτησε στο παιδικό του μυαλό μερικές εικόνες από τη ζωή του στο νησί. Πολλές φορές, όταν περνούσε από το Καρπάθικο πέλαγος και αντίκριζε τα βουνά της Καρπάθου, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά γιατί ήξερε πως κάπου εκεί ζούσαν οι δικοί του. Μετά από χρόνια, το καράβι μετέφερε ξυλεία στην Αίγυπτο και πέρασε πιο κοντά από τη στεριά για να πιάσουν τα πανιά του τον αέρα που κατέβαινε από τα βουνά της Καρπάθου.

Δεν είχε ακόμη ξημερώσει όταν ο ναύτης αντίκρισε τα βουνά της Καρπάθου, πιο κοντά από κάθε άλλη φορά. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και η επιθυμία του να βγει έξω στο νησί μεγάλωνε. Παρουσιάζεται τότε η οπτασία μιας γυναίκας που τον παρακινεί να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας να βγει στη στεριά. Όμως εκείνος δείλιασε γιατί το καράβι περνούσε σε αρκετή απόσταση από τη στεριά. Πάλι η οπτασία εμφανίζεται και τον συμβουλεύει να ρίξει ένα από τα ξύλα στη θάλασσα και με τη βοήθεια του να φτάσει στην ακτή. Αυτή τη φορά δεν δίστασε, πέφτει στη θάλασσα και στηριγμένος πάνω στο ξύλο βλέπει το καράβι να απομακρύνεται σιγά-σιγά.

Είχε πια ξημερώσει όταν το καράβι χάθηκε μέσα στο πέλαγος, πίσω από τον ορίζοντα και ο σκλάβος κολυμπώντας έφτασε κατάκοπος στην ακτή και βγήκε στη στεριά. Ξεκουράστηκε λίγο και για περισσότερη ασφάλεια απομακρύνθηκε προς το εσωτερικό του νησιού, μέχρι το «Μεγάλο Σκίνο», εκεί που συνάντησε τη Μενεδιάτισσα και το Βασιλή του Μανιά. Στην ερώτηση για το δρόμο που πάει στις Μενετές, η Μενεδιάτισσα απάντησε ότι κι αυτή πήγαινε προς τα ’κει και αν ήθελε να την ακολουθήσει. Αλλά όταν έφτασαν στη Βαθά είχε πια σουρουπώσει και η Μενεδιάτισσα του πρότεινε να περάσει τη νύχτα στο στάβλο της και το πρωί να πάει στις Μενετές.

Οι πατέρες Ναθαναήλ (2ος από αριστερά) και Απόστολο με τους Παναγιώτη Σκευοφύλακα (αριστερά) και Μανώλη Κασσώτη προτού αρχίσει η παράκληση που γίνεται κάθε Πέμπτη στην Λαρνιώτισσα.

Μάνα και Γιος

Μαγείρεψε ότι πρόχειρο είχε και με το φως του λυχναριού δείπνησαν μάνα και γιος. Πριν ο ξένος πέσει να πλαγιάσει πάνω στο σοφά που τούστρωσε η Μενεδιάτισσα, είδε το εικόνισμα της Παναγίας πάνω στο ράφι με το καντήλι και κάτι ξεκαθάρισε μέσα στο θολωμένο του μυαλό. Από ένστικτο ή από κάποια παλιά συνήθεια έκαμε το σταυρό του κι έπεσε να κοιμηθεί. 

Όμως ο ύπνος δεν έπαιρνε και τη Μενεδιάτισσα. Μέσα στο μυαλό της στριφογύριζε το εικόνισμα της Παναγίας στο σκίνο και βούιζε στ’ αυτιά της η φωνή που της έλεγε: «Έλα πούχω νέα για το παιδί σου». Μ’ αυτές τις σκέψεις πήγε κι έκατσε δίπλα στον κοιμισμένο άγνωστο, χωρίς να μπορεί να πάρει τη ματιά της από πάνω του. Ο λογισμός της πήγε πίσω στο παιδί της και σκέφτηκε ότι αν ζούσε ο γιος της θα ήταν κι αυτός στην ίδια ηλικία. Ξαφνικά σαν αστραπή πέρασε από το νου της η σκέψη μήπως κι ήταν τούτος ο άγνωστος ο γιος που περίμενε και της τον έφερε η Παναγία; Αλλά πάλι πλημμύρισε την καρδιά της η αμφιβολία: «Η Παναγία μου είπε ότι θα μούφερνε νέα για το γιό μου, όχι όμως και το ίδιο μου το παιδί».

Ίσως πάλι, σκέφτηκε, ο άγνωστος να είχε κάποιο νέο για το παιδί της γιατί εφαίνετο ότι ερχόταν από χώρες μακρυνές. Της ήλθε η επιθυμία να τον ξυπνήσει και να τον ρωτήσει, αλλά όταν είδε πόσο βαθειά κοιμόταν τον λυπήθηκε. Τριάντα χρόνια μαράθηκε η νιότη της να περιμένει, για μια νύχτα ακόμη θάκανε υπομονή. Μόλις τελείωσε αυτή τη σκέψη ξανάρχισε που την αρχή και παίδευε το μυαλό της, μέχρι τις πρωινές ώρες που την πήρε ο ύπνος.        

Το σημερινό εκκλησάκι της Λαρνιώτισσας όπως φαίνεται από ανατολικά.

Έτσι δεν άκουσε το πρωινό λάλημα του πετεινού που ξύπνησε τον ξένο και τη βρήκε να κοιμάται στα πόδια του. Εκείνος σηκώθηκε με προσοχή για να μη την ξυπνήσει, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Το μυαλό του άρχισε και πάλι να ξεθολώνει και από ένστικτο πήγε στον απόπατο (υπαίθρειο αποχωρητήριο) που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω από το στάβλο. Ξαναγύρισε και μπήκε μέσα στο φουρνόσπιτο πού’ταν δίπλα στο στάβλο. Όταν ήταν μικρός εκεί είχαν ένα μεγάλο κουβά που έβαζαν νερό για να ποτίσουν τα ζώα και για να πλένονται. Τώρα βρήκε τον κουβά άδειο γιατί, με τα συμβάντα της προηγούμενης μέρας, η Μενεδιάτισσα δεν βρήκε τον καιρό να πάει να φέρει νερό. Ο ξένος πήρε τον κουβά και από ένστικτο τράβηξε για το Βρουτσά, εκεί που όταν ήταν μικρός πήγαινε με τη μάνα του για να φέρουν νερό από μια μικρή πηγή.

Στο μεταξύ, από τη θυρία και τις χαραμάδες της πόρτας, μπήκε το φως της μέρας μέσα στο στάβλο και ξύπνησε τη Μενεδιάτισσα. Τρόμαξε όταν είδε ότι έλειπε ο ξένος και για μια στιγμή νόμισε ότι η «φωνή», το εικόνισμα της Παναγίας και ο ξένος ήταν ένα όνειρο. Συνήλθε όμως, όταν είδε τα στρωσίδια που κοιμήθηκε τη νύχτα και πετάχτηκε επάνω. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε στην αυλή και κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας για τον ξένο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και τον βλέπει να γυρίζει με τον κουβά γεμάτο νερό. Μόλις έφτασε κοντά της και είδε την ταραχή της, της λέει: «Ο κουβάς ήταν άδειος και πήγα μέχρι το Βρουτσά να φέρω νερό». Πριν καλά-καλά τελειώσει την κουβέντα του ο ξένος, η καρδιά της μάνας είχε καταλάβει: «Παιδί μου!!!» πρόφτασε να πει και λιποθύμησε. Πήρε ο γιος τη μάνα στην αγκαλιά του και την ακούμπησε πάνω στη πεζούλα. Της έπλυνε το πρόσωπο με λίγο νερό και η μάνα συνήλθε. Η Παναγία έκαμε το θαύμα της!!! 

Ο προσκυνητής ανεβαίνει μια λιθόκτιστη σκάλα από 121 σκαλοπάτια για να φθάσει στην κορυφή του λόφου της Λαρνιώτισσας με τον σταυρό.

Το Μοναστήρι

Μόλις έφυγε η Μενεδιάτισσα με τον άγνωστο για τη Βαθά, ο Βασιλής έβαλε το εικόνισμα μέσα στον τουβρά που ήταν κρεμασμένος πάνω στο σαμάρι και ξεκίνησε  για τη Βαργάρα. Πεζός πήγαινε ο Βασιλής γιατί το θεώρησε αμάρτημα να ξανακαβαλικέψει. Πολλές φορές είχε ακούσει από τον παπά που διάβαζε το Ευαγγέλιο στην εκκλησία, ότι ο Χριστός καβάλα πάνω στο γαϊδούρι πήγε στα Ιεροσόλυμα και δεν το έβρισκε σωστό να μοιραστεί τέτοια τιμή με το εικόνισμα.

Μόλις ο Βασιλής μπήκε στο μαντροκάισμα του, καθάρισε το εικόνισμα με λάδι και κρασί, τό’βαλε στο εικονοστάσι του στάβλου, δίπλα στα άλλα εικονίσματα, άναψε το καντήλι, έκαμε το σταυρό του και το φίλησε. Το ίδιο έκαμε η γυναίκα του και ένα-ένα τα παιδιά του όταν γύρισαν το βράδυ με το κοπάδι από τη βοσκή. Την άλλη μέρα (που ξημέρωσε) το εικόνισμα είχε γίνει άφαντο. Ανήσυχος ο Βασιλής, πηγαίνει στο «Μεγάλο Σκίνο» και ξαναβρίσκει εκεί το εικόνισμα. «Η Παναγία δεν θέλει να φύγει από το σκίνο και πρέπει εδώ να χτίσω ένα εκκλησάκι να φιλοξενηθεί η Χάρη Της», σκέφτηκε.

Για να θεμελιώσει ο Βασιλής το μοναστήρι, έπρεπε πρώτα να κόψει τον σκίνο και να καθαρίσει το μέρος. Τόσο είχε ξαπλωθεί και ψηλώσει ο σκίνος που έμοιαζε με μεγάλο δέντρο. Ήταν ο μεγαλύτερος στη χερσόνησο της Πατέλλας και γνωστός στους κτηνοτρόφους της περιοχής ως ο «Μεάλος Σκίνος». Η παράδοση αναφέρει ότι ο Βασιλής έβγαλε εφτά μουλαρές ξύλα από τον «Μεάλο Σκίνο». Δεν γύρισε ο χρόνος και ο Βασιλής με τα παιδιά του έχτισαν ένα μικρό εκκλησάκι που χωρούσε τον παπά, την οικογένεια του Βασιλή και τους λίγους εποχικούς κατοίκους της Πατέλλας – και έβαλε μέσα το εικόνισμα.

Η κοιλάδα της Βαθάς πούχε το στάβλο της η Μενεδιάτισσα.

Η Γιορτή

Επειδή το εικόνισμα βρέθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, ανήμερα των γενεθλίων της Παναγίας, ο Βασιλής αποφάσισε να γιορτάζεται  το εκκλησάκι αυτή την ημέρα. Άλλωστε εξυπηρετούσε και τον ίδιο γιατί τέτοια εποχή το κοπάδι του βοσκούσε στην Πατέλλα. Για να λειτουργήσει έφερε έναν Απερίτη παπά, πού’το και γεωργός και έμενε τον πιο πολύ καιρό εκεί κοντά, στο Ποσί.

Μαζεύτηκε η οικογένεια του Βασιλή και μερικοί γείτονες, ήρθε και η Μενεδιάτισσα με το γιό της – που πάνω στο χρόνο παντρεύτηκε – και τη γυναίκα του και έφερε ένα σιταρένιο άρτο και λάδι για το καντήλι της Παναγίας. Όταν τελείωσε η λειτουργία έκοψαν τον άρτο και όλοι μαζί έκατσαν κάτω από έναν μεγάλο πεύκο και έφαγαν πριν πάρουν το δρόμο για την επιστροφή.   

Τον άλλο χρόνο, όταν τελείωσε η λειτουργία, πήγαν όλοι στο μαντροκάισμα του Βασιλή, που έσφαξε μια κατσίκα και την μαγείρεψε με φρέσκο χόντρο. Έφαγαν την κατσίκα, τυρί και σιτάκα από τη μάντρα και ήπιαν και κρασί που έφερε η Μενεδιάτισσα από το αμπέλι της στη Βαθά. Αυτό συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια και με το καιρό το εκκλησάκι γινόταν πιο γνωστό. Επειδή εκεί κοντά υπήρχε ένας ξεροπόταμος ο Λαρνιώτης, πήρε το όνομα η Παναγία η Λαρνιώτισσα ή και μόνο η Λαρνιώτισσα.

Όταν πέθανε η Μενεδιάτισσα, ο γιος της με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους – και αργότερα οι απόγονοι τους – συνέχισαν να τιμούν τη γιορτή της Λαρνιώτισσας και με τον καιρό δημιουργήθηκε μια Μενεδιάτικη παράδοση να τιμούν κάθε χρόνο τη Χάρη της.

Πέθανε και ο Βασιλής και οι απόγονοι του, που κληρονόμησαν το εκκλησάκι, φρόντιζαν για τη συντήρηση του, για τη γιορτή και το τραπέζι της Παναγίας. Με το καιρό προστέθηκαν τα λυροτσάμπουνα και ο χορός, και η Βαργάρα αντηχούσε από τις μαντινάδες για το θαύμα της Παναγίας.

Οι Γιάννης Πρωτόπαπας και Μελετής Λεντής κόβουν τα κρέατα για το τραπέζι της Παναγίας της Λαρνιώτισσας.

Καινούργια Εκκλησία

Πέρασαν τουλάχιστον τέσσερες γενιές από την εποχή του Βασιλή του Μανιά μέχρι που ο απόγονος του Βασίλης Δασκαλάκης κληρονόμησε τη μάντρα, τα μαντροκαΐσματα και το εκκλησάκι της Λαρνιώτισσας. Ο Βασιλής ο νεότερος γεννήθηκε γύρω στο 1860 και ήταν και αυτός γνωστός ως ο Βασιλής του Μανιά. Μαζί με το εκκλησάκι ο Βασιλής κληρονόμησε και την υποχρέωση της συντήρησής του και τη διατήρηση της γιορτής του πανηγυριού.    

Ο Βασιλής παντρεύτηκε, έκαμε μεγάλη οικογένεια και άφησε πολλούς απογόνους. Στο συγγενολόι του Βασιλή προστέθηκε και της γυναίκας του και χρειαζόταν μεγαλύτερη εκκλησία για να τους χωρέσει. Γύρω στο 1900, μόλις τελείωσε το πανηγύρι της Παναγίας, ο Βασιλής χάλασε το μικρό εκκλησάκι και στη θέση του έχτισε πιο μεγάλο, το μοναστήρι που υπάρχει σήμερα. Δεν πρόφτασε όμως να  το σκεπάσει γιατί μπήκε ο χειμώνας κι έπρεπε να μεταφέρει το κοπάδι του στον Πετρωνά για βοσκή.

Στον Πετρωνά μέτρησε ο Βασιλής τις κατσίκες και τις προβατίνες του και σαν είδε ότι έλειπαν μερικές που ξεμοναχιάστηκαν έστειλε την κόρη του την Κυρανιά στην Πατέλλα να ψάξει να τις βρει και να τις φέρει πίσω. Όταν η Κυρανιά έφτασε κοντά στη Λαρνιώτισσα βλέπει την οπτασία μιας γυναίκας που της έλεγε: «Με άφησε ξεσκέπαστη ο πατέρας σου και βρέχομαι». Όταν η Κυρανιά επέστρεψε στον Πετρωνά και διηγήθηκε στο πατέρα της το γεγονός, ο Βασιλής πήρε αμέσως την απόφαση: «Πρέπει να πάω να σκεπάσω την Παναγία».

Με τους συγγενείς και τους Πηγαδιώτες να πληθαίνουν και την εκκλησία μεγαλωμένη, μεγάλωσε και το πανηγύρι. Εκτός από τον Βασιλή και τους συγγενείς του και άλλοι προσκυνητές έκαναν ταξίματα και έφερναν σφαχτά, άρτους, λάδι, κρασί, φρούτα και άλλα φαγώσιμα για το τραπέζι της Παναγίας. Αργότερα το εκκλησάκι παραχωρήθηκε στη Μητρόπολη και τη διαχείριση ανέλαβε η εκκλησιαστική επιτροπή της Βαγγελίστρας.

Για τον ίδιο σκοπό οι γυναίκες καθαρίσουν τις Καρπάθικες σαρδέλες.

Μέσα στο τοπίο του μοναστηριού προστέθηκε και ο Σταυρός. Γύρω στο 1970, στον απέναντι λόφο με φόντο τη θάλασσα τοποθέτησαν ένα σιδερένιο σταυρό, προσφορά των αειμνήστων αδελφών Παχούντη. Το 2003, με έξοδα του Μανώλη Κασσώτη, κατασκευάστηκε μια παραδοσιακή πετρόσκαλα με 121 σκαλοπάτια που καταλήγει στην κορυφή του λόφου, σε ένα λιθόκτιστο αυλόγυρο. Μέσα στον αυλόγυρο, λόγω φθοράς του παλιού, στήθηκε ένας μεγαλύτερος ανοξείδωτος σταυρός, δωρεά του Παναγιώτη και Ευαγγελίας Σκευοφύλακα. Το καλοκαίρι, δεκάδες τουρίστες επισκέπτονται το μοναστήρι, ανεβαίνουν στην κορυφή του λόφου για να δουν τον σταυρό και να απολαύσουν ένα μαγευτικό τοπίο που συνδυάζει απότομους γκρεμούς, το δάσος και τη θάλασσα. Την ημέρα και τη νύχτα που φωτίζεται ο Σταυρός φαίνεται από τα περαστικά πλοία και οι ψαράδες τον βάζουν για σημάδι.

Τα τελευταία χρόνια, έγιναν αρκετές επεκτάσεις και νέες εγκαταστάσεις στο μοναστήρι, η γιορτή και το πανηγύρι της Παναγίας πήραν καινούργια αίγλη. Χτίστηκαν μαγειρείο με αποθήκες και αποχωρητήρια και φτιάχτηκαν υδατοδεξαμενές που μαζεύουν το νερό της βροχής. Η Επιτροπή έφτιαξε 102 υπαίθρια πέτρινα τραπέζια για να κάθονται οι προσκυνητές την μέρα του πανηγυριού. Το 2005 με έξοδα του Αντώνη Χατζημιχάλη ανακαινίστηκε η σκάλα και η αυλή της Παναγίας από πέτρα Καρύστου.

Για την επέκταση των εγκαταστάσεων η Φωτεινή Μαργαρίτη, η Καλλιόπη Αντ. Παπαδάκη, η Βενετία Βλαστού και τα τέκνα του Γεωργίου και της Ελένης Σαρρή δώρισαν τα κτήματα τους στην περιοχή του μοναστηριού. Το 2004 αποπερατώθηκε το Αρχονταρίκι, δωρεά του Παναγιώτη και Ευαγγελίας Σκευοφύλακα, ένα απέριττο οίκημα που συμπληρώνει και στολίζει το οικοδομικό συγκρότημα του μοναστηριού. Το Μοναστήρι μέσα στα πεύκα και κοντά στη θάλασσα είναι από τα πιο όμορφα και παραδοσιακά τοπία της Καρπάθου, κατάλληλο για πολιτιστικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες.

Η εικόνα της Παναγίας στην μαρμάρινη θέση της την μέρα της γιορτής της.

Τα τελευταία χρόνια οι προετοιμασίες για το πανηγύρι της Λαρνιώτισσα διαρκούν δυο μήνες και γίνονται πιο εντατικές όσο πλησιάζει η γιορτή της, ιδιαίτερα την τελευταία βδομάδα. Περισσότεροι από 50 άνδρες, γυναίκες, νέοι και νέες ακόμη και παιδιά εργάζονται αφιλοκερδώς, με όρεξη και μεράκι, αυτές τις μέρες το μοναστήρι μοιάζει με μελίσσι. Η εκκλησία μέσα και έξω και όλος ο περίβολος καθαρίζεται και στολίζεται. Τα φαγητά, προσφορές ευλαβών προσκυνητών, προετοιμάζονται και μαγειρεύονται. Τα πιάτα, τα μαχαιροπήρουνα και οι χαρτοπετσέτες ετοιμάζονται για το σερβίρισμα. 

Ενωρίς την παραμονή καταφθάνουν οι προσκυνητές από τα Πηγάδια, τις Μενετές, το Απέρι, την Βωλάδα και την Αρκάσα, γύρω στις 3.000 άτομα για να προσευχηθούν και να παρακολουθήσουν τον μεγάλο εσπερινό, πολλοί φέρνουν άρτους και άλλα τάματα. Οι προσκυνητές κάθονται στα πέτρινα τραπέζια και στα ξύλινα που τοποθετηθήκαν στην αυλή και όπου αλλού υπάρχει ελεύθερος χώρος. Κοντά στο σούρουπο αρχίζει κατανυκτικός εσπερινός, με αρτοκλασία και διανομή του άρτου. Η ομορφιά του περιβάλοντος κι η υποβλητικότητα του δειλινού, δημιουργούν ψυχική ανάτασης, λες και επικοινωνείς με το Θείο.

Οι πιστοί προσεύχονται στην Παναγία και αφήνουν τα αφιερώματα τους.

Ακολουθεί το σερβίρισμα του φαγητού φτιαγμένο από κατσικίσιο κρέας κοκκινιστό με  πιλάφι και πατάτες, σαλάτα, Καρπάθικες σαρδέλες, ψωμί, νερό και κρασί. Μέσα σε δυο ώρες όλοι έχουν σερβιριστεί και αρχίζει ο χορός με παραδοσιακά όργανα. Γύρω στις δυο με τρεις το πρωί φεύγουν οι προσκυνητές. Καμμιά εκατοστή απ’ αυτούς επιστρέφουν τ’ άλλο πρωί, ανήμερα της γιορτής της Παναγίας, για να ακούσουν την θεία λειτουργία. Την επόμενη αρχίζει το καθάρισμα που κρατάει δυο τρεις μέρες. Όλα θα καθαριστούν και θα μπουν στην θέση τους, το μοναστήρι πρέπει να είναι πάντοτε καθαρό να δέχεται τους προσκυνητές.

Εκτός από το πανηγύρι της Λαρνιώτισσας στη γιορτή της, γίνονται αρκετά μυστήρια και κάθε Πέμπτη βράδυ γίνεται παράκληση, με την συμμετοχή δεκάδων ευσεβών χριστιανών. Μόλις τελειώσει η παράκληση οι προσκυνητές συγκεντρώνονται στο Αρχονταρίκι, όπου τους προσφέρετε καφές, γλυκά, φρούτα και αναψυκτικά. Πολλοί συμπατριώτες μας ταξιδεύουν χιλιάδες μίλια για να παρευρεθούν στην Χάρη Της, να κάνουν τους γάμους τους και να βαπτίσουν τα παιδιά τους. Η Παναγία του «Μεγάλου Σκίνου» θερμαίνει την πίστη των ανθρώπων και κρατάει ζωντανές τις Καρπαθιακές παραδόσεις του Βασιλή, της Μενεδιάτισσας και του γιου της.

Η εικόνα της Παναγίας στην θέση της μέσα στο εκκλησάκι

0 comments on “Λαρνιώτισσα

Αφήστε μια απάντηση