ΙΣΤΟΡΙΑ
Αρχαιότητα
Πρώτοι κάτοικοι της Λέρου αναφέρεται ότι ήταν Κάρες και Λέλεγες και ο ‘Ομηρος την συμπεριλαμβάνει μεταξύ των νησιών του Αιγαίου που συμμετείχαν με ναυτική δύναμη στον Τρωϊκό πόλεμο. Ο Θουκυδίδης επισήμανε την ιδιαίτερη σημασία των κόλπων και των λιμανιών της Λέρου κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 – 404 π.Χ.), στον οποίο η Λέρος υποστήριζε τους Αθηναίους. Η λήξη του πολέμου σήμανε και την έναρξη της κυριαρχίας της Λέρου από τους Σπαρτιάτες. Στο νησί επίσης, βρίσκεται το γνωστό ιερό της Θεάς Αρτέμιδος.
Ακολούθησε την πορεία των υπόλοιπων Δωδεκανήσων κατά τα αλεξανδρινά, ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια. Έπειτα από τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, διοικούταν από την Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα του Βυζαντίου. Στη νησίδα Φαρμάκω, ανατολικά της Λέρου, ο Ιούλιος Καίσαρας είχε αιχμαλωτιστεί από ντόπιους πειρατές για 40 περίπου μέρες.
Βενετσιάνικη και Οθωμανική Περίοδος
Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, το νησί ενσωματώθηκε στο Θέμα της Σάμου. Κατά το δέκατο τρίτο αιώνα, το νησί καταλήφθηκε από τους Γενουάτες και ύστερα από τους Ενετούς. Το 1309, οι Ιωαννίτες Ιππότες, κυρίευσαν και οχύρωσαν τη Λέρο. Το 1505, ο Οθωμανός ναύαρχος Κεμάλ Ρέις με τρεις γαλέρες και δεκαεπτά θωρηκτά πολιόρκησε το κάστρο, αλλά δεν κατόρθωσε να το καταλάβει. Το εγχείρημα επαναλήφθηκε το 1508 με περισσότερα πλοία, με το ίδιο ανεπιτυχές αποτέλεσμα. Ο θρύλος λέει πως εκείνη τη φορά το νησί σώθηκε από τον ένα και μοναδικό επιζόντα ιππότη. Ήταν μόλις 18 ετών. Έντυσε γυναίκες και παιδιά με τις πανοπλίες των νεκρών ιπποτών, ξεγελώντας έτσι τους Οθωμανούς πως η φρουρά της Λέρου ήταν ακόμα δυνατή. Τελικά, στις 24 Δεκεμβρίου του 1522, ακολουθώντας την πολιορκία της Ρόδου, υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Μεγάλου Άρχοντα των Ιπποτών Φίλιππου Βιλιέρου Ντε Λ’Ισλ-Αδάμ και η Λέρος, μαζί με όλες τις κτήσεις του Τάγματος στο Αιγαίο, πέρασε σε Οθωμανικά χέρια.
Κατά την Οθωμανική κυριαρχία, η Λέρος απήλαυσε, μαζί με άλλα νησιά, ένα προνομιούχο καθεστώς μερικής αυτονομίας, έχοντας έτσι τη δική της διοίκηση. Το 1648 και κατά τη διάρκεια του πέμπτου Βενετοτουρκικού πολέμου, ήταν υπό τη διοίκηση του Βενετού ναυάρχου Λεονάρδου Φώσκολου και των ανδρών του που αποβιβάστηκαν στο νησί. Το 1824, μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, για τρία χρόνια το νησί απελευθερώθηκε και έγινε σημαντική βάση εφοδιασμού του Ελληνικού Ναυτικού. Είχε ως διοικητή Έλληνα Έπαρχο και υπαγόταν στη δικαιοδοσία της Προσωρινής Επιτροπής των Ανατολικών Σποράδων.
Η επιστολή της Δημογεροντίας Λέρου προς τους Υδραίους
Η Λέρος το 1821 είχε τη δική της συνεισφορά στον αγώνα. Αξιοσημείωτη είναι η επιστολή της Δημογεροντίας Λέρου προς την Επαναστατική Κυβέρνηση, στην Ύδρα, στις 8 Μαίου 1821, στην οποία δήλωναν απερίφραστα το σύνθημα του απελευθερωτικού αγώνα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ». Το Μάιο του 1821, οι πρόκριτοι της Λέρου, θέλοντας να έχουν άμεση αντίληψη των πραγμάτων, στέλνουν στην Ύδρα δύο άνδρες από τη Λέρο, το Μανώλη Ρεπαπή και Μανώλη Χρήστου, οι οποίοι κομίζουν μία επιστολή, απευθυνόμενη προς τους «Άρχοντας και ηγεμόνας του Έθνους» .
Στην αρχή αναφέρουν την ατμόσφαιρα ικανοποίησης και χαράς που επικρατεί στο νησί, όταν φτάνει η είδηση με τις επιστολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη, για την έναρξη της Επανάστασης, προς αποτίναξη του βαρβαρικού ζυγού:
«Προς τους άρχοντας και ηγεμόνας του γένους, και της των ορθοδόξων Ελλήνων κοινής ελευθερίας… Μεγίστην αγαλλίασιν και ανεκλάλητον χαράν επροξένησεν ημίν τοις εν τη νήσω Λέρω ταπεινοίς χριστιανοίς αυτή η αγαθή αγγελία της εκ του βαρβαρικού ζυγού ελευθερίας, την οποίαν πληροφορηθέντες δια των εκλάμπρων γραμμάτων του ευσεβεστάτου μπεϊζαντέ κυρίου Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ευχαριστήριον ύμνον από ψυχής ανεπέμψαμεν τω ούτως ευδοκίσαντι αγίω Θεώ γενέσθαι…»
Στη συνέχεια εκφράζουν την συμπαράταξή τους στον κοινό της ελευθερίας αγώνα, γι’ αυτό στέλνουν δυο εκπροσώπους τους Λεριούς, δηλώνοντας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την προθυμία τους ή να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν:
«Δια τούτο και ημείς, ως όντες μέρος της των λοιπών χριστιανών ομηγύρεως, εξεπίτηδες επέμψαμεν καΐκιον εδικόν μας και ανθρώπους δύο, από μέρους του κοινού μας, τον τε κυρ Μανώλην Ρεπαπή και τον κυρ Μανώλην Χρήστου, δια να έλθωσιν εις προσκύνησιν υμετέραν και να σας ειδοποιήσωσι δια ζώσης φωνής, ότι και ημείς άπαντες είμεθα πρόθυμοι δια την του γένους ελευθερίαν και απαλλαγήν να αποθάνωμεν…»
Με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 3 Φεβρουαρίου του 1830, που όριζε τα σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, τα απελευθερωμένα νησιά των Ανατολικών Σποράδων δόθηκαν πίσω στην Τουρκία. Στο “Ημερολόγιο της Νομαρχίας του Αρχιπελάγους” του 1886, η Λέρος, μαζί με τα νησιά Πάτμος, Λειψοί και Φούρνοι, ανήκαν στην Τουρκία. Το διοικητικό συμβούλιο είχε αντιπροσώπους και από τις δύο πλευρές.
Ιταλική περίοδος
Το 1912, κατά τον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο, οι Ιταλοί κατέλαβαν όλα τα Δωδεκάνησα εκτός από το Καστελλόριζο. Στις 12 Μαΐου του 1912, το νησί καταλήφθηκε από τους ναύτες του Ιταλικού Καταδρομικού «San Giorgio». Οι Έλληνες κάτοικοι των Δωδεκανήσων, με το Συνέδριο της Πάτμου (4 Ιουνίου 1912), κήρυξαν την αυτονομία τους ως «Πολιτεία του Αιγαίου», με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα, αλλά με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου οι προσπάθειες δεν καρποφόρησαν και οι Ιταλοί διατήρησαν τον έλεγχο των νησιών.
Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου ακολούθησε η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων ή Συνδιάσκεψη Ειρήνης (1919). Στο υπόμνημα του Βενιζέλου (30-12-1918) προβλήθηκε η ελληνικότητα των νησιών της Δωδεκανήσου και οι αρχές που διακήρυξε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ουίλσον για ελευθερία και αυτοδιάθεση των λαών, καλώντας την Ιταλία να παραδώσει τα νησιά στην Ελλάδα. Μέσα σ’ εκείνο το ιδιαίτερα φορτισμένο διεθνές κλίμα, μια δυναμική ομάδα Δωδεκανησίων πατριωτών, παράλληλα με τις επίσημες ενέργειες της ελληνικής αντιπροσωπίας, φτάνει στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Είναι οι απεσταλμένοι της «Ένωσης Δωδεκανησίων Αθηνών» : Ο Σκεύος Ζερβός, ο Πάρης Ρούσσος, ο Μιχαήλ Βολωνάκης, ο Γεώργιος Αντωνίου, ενώ στο Προξενείο του Μάντσεστερ υπηρετούσε ο Λεριός Θεόδωρος Μοσχονάς. Η αποστολή τους ήταν, να πληροφορήσουν και ευαισθητοποιήσουν κυβερνητικούς παράγοντες και συνέδρους για τα δίκαια του Δωδεκανησιακού λαού. Για το σκοπό αυτό εργάστηκαν επίπονα το προηγούμενο διάστημα, συγγράφοντας και εκτυπώνοντας ενημερωτικά φυλλάδια, βιβλία και κάθε είδους έντυπο υλικό.
Από το 1916 ως το 1918, οι Βρετανοί χρησιμοποιούσαν τη Λέρο ως ναυτική βάση. Με το σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι το νησί θα επέστρεφε στην Ελλάδα, μαζί με όλα τα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο, αλλά, έπειτα από την ελληνική ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1919-1922), οι Ιταλοί ακύρωσαν τη συμφωνία. Η Συνθήκη της Λωζάννης επιβεβαίωσε την ιταλική κτήση της Λέρου και των Δωδεκανήσων.
Το νέο ιταλικό φασιστικό καθεστώς επιχείρησε ενεργά να «ιταλοποιήσει» τα Δωδεκάνησα κάνοντας την εκμάθηση της ιταλικής υποχρεωτική, δίνοντας κίνητρα στους ντόπιους να αποκτήσουν την ιταλική υπηκοότητα και καταργώντας ελληνικά ιδρύματα. Τη δεκαετία του ’30 οι ιταλικές αρχές έχτισαν την πόλη Portolago, σύμφωνα με τα κριτήρια του νέου μοντέλου ιταλικής πολεοδομίας. Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της ιταλικής ορθολογιστικής αρχιτεκτονικής. Οι Έλληνες το ονόμασαν αργότερα Λακκί.
Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε ευρύς εποικισμός. Χαρακτηριστικά, το 1936 κατοικούσαν στο νησί περίπου 7500 Ιταλοί, γεγονός που καθιστούσε τη Λέρο ως το μοναδικό νησί των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων όπου ο ιταλικός πληθυσμός ξεπερνούσε το αντίστοιχο γηγενή.
Κατά τη διάρκεια των 31 χρόνων που οι Ιταλοί παρέμειναν στη Λέρο, έφτιαξαν ένα σπουδαίο σχέδιο πολεοδομίας και οχύρωσης του νησιού, καθώς η στρατηγική του τοποθεσία και τα μεγάλα, φυσικά του λιμάνια (το μεγαλύτερο των οποίων, το Λακκί, είναι το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι μεγάλου βάθους στη Μεσόγειο Θάλασσα, το έκαναν ιδανική ναυτική βάση. Η οχύρωση της Λέρου, όπως και η κατασκευή μιας μεγάλης ναυτικής βάσης στο Λακκί, διασφάλιζαν τον ιταλικό έλεγχο μιας περιοχής που είχε ζωτική σημασία για τους Συμμάχους (το Αιγαίο, τα Δαρδανέλλια και τη Μέση Ανατολή. Ο Μουσολίνι είδε το νησί ως μια βάση ύψιστης σημασίας για την ιταλική κυριαρχία στο ανατολικό Αιγαίο, όπως και το Portolago ως το ιδανικό μέρος για να χτίσει μια έπαυλη παραθερισμού.
Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
Με την έναρξη του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου, πολλοί Δωδεκανήσιοι έσπευσαν αμέσως ως εθελοντές, συγκροτώντας το Σύνταγμα Δωδεκανησίων. Από τους πρώτους που κατετάγησαν τότε ήταν και ο Λεριός καθηγητής μαθηματικών Απόστολος Ευαγγέλου. Μετά την κατάρρευση του μετώπου διέφυγε μαζί με πολλούς άλλους στη Μ. Ανατολή. Από ’κει βρέθηκε στην Κρήτη, όπου ανέπτυξε έντονη κατασκοπευτική δράση εναντίον των Γερμανών οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν, μετά από φριχτά βασανιστήρια. Η προτομή του, στο προαύλιο του Μπελλένειου Γυμνασίου Λέρου, υπενθυμίζει στους σύγχρονους Λεριούς και κυρίως στα παιδιά και τους νέους, το πατριωτισμό την αποφασιστικότητα και μαχητικότητά του και συνακόλουθα όλων των συμπολεμιστών του.
Λεριοί στη Δωδεκανησιακή Φάλαγγα και στον Ιερό Λόχο στη Μ. Ανατολή
Πολλοί νέοι Δωδεκανήσιοι και ανάμεσά τους αρκετοί Λεριοί, κυρίως μετά το Σεπτέμβριο του ’43, κατέφευγαν κρυφά με βάρκες στις μικρασιατικές ακτές κι από εκεί στη Μέση Ανατολή (Παλαιστίνη, Αίγυπτο), όπου τοποθετούνταν σε διάφορες μονάδες για να πολεμήσουν εναντίον του Άξονα.
Η Λέρος στη δίνη του Πολέμου
Από το 1940, όπου η Ιταλία εισήλθε επίσημα πια στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας, η Λέρος υπέφερε από τις εναέριες επιδρομές της βρετανικής Royal Air Force. Ως αποτέλεσμα των άριστων αραξοβολιών που παρέχονταν στα θωρηκτά, λόγω του μεγάλου αριθμού όρμων και κολπίσκων, το νησί υπήρξε το δεύτερο πιο βομβαρδισμένο νησί του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (μετά την Κρήτη). Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, όταν η Ιταλία κατάλαβε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει τον Πόλεμο στηρίζοντας τους Γερμανούς, υπέγραψε ανακωχή και πέρασε στη μεριά των Συμμάχων. Όταν βρετανικές ενισχύσεις έφτασαν στη Λέρο και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, το νησί υπέφερε και άλλους βομβαρδισμούς, αυτή τη φορά από τους Γερμανούς. Από τις πρώτες αεροπορικές επιθέσεις ήταν αυτή κατά του ελληνικού Α/Τ Βασίλισσα Όλγα D-15 και του αγγλικού [(Intrepid)], τα οποία βυθίστηκαν την Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου του 1943, ενώ ήταν αγκυροβολημένα στο Portolago, το σημερινό Λακκί. Ακολούθησαν δεκάδες επιδρομές των Ju 87 και Ju 88, επί 52 ημέρες. Τελικά το νησί της Λέρου καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατά τη Μάχη της Λέρου επιχείρηση ”Taifun”, με εναέριες και αμφίβιες εφόδους ανάμεσα στις 12 και 16 Νοεμβρίου του 1943. Οι δυνάμεις που ενεπλάκησαν ήταν αλεξιπτωτιστές, ένα τάγμα από την ελίτ μεραρχία του Βρανδεμβούργου. Τα πεζικά στρατεύματα υποστηρίζονταν από βομβαρδιστικά αεροπλάνα της “Luftwaffe”. Ανάμεσά τους υπήρχαν και σμηναρχίες Ι. και ΙΙ. από Stuka-Wing 3. Η σμηναρχία I. λειτουργούσε από τη στρατιωτική βάση των Μεγάρων. Το νησί παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή μέχρι και το τέλος του πολέμου
Μεταπολεμική Ιστορία
Αφού οι Γερμανοί εκκένωσαν το νησί, πέρασε υπό βρετανική διοίκηση μέχρι τις 7 Μαρτίου του 1948, όπου μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα ενώθηκε με την Ελλάδα. 600 χρόνια μετά τη λήξη της Βυζαντινής κυριαρχίας, για πρώτη φορά τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Κατά τη διάρκεια των Μεταπολεμικών χρόνων, οι ελληνικές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν πολλά από τα κτήρια του νησιού για διάφορους λόγους. Κατά τη Χούντα των Συνταγματαρχών, το νησί χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εγχώριας εξορίας πολιτικών κρατουμένων, χρησιμοποιώντας τις παλιές Ιταλικές στρατιωτικές αποθήκες στην περιοχή “Παρθένι” και τους παλιούς ιταλικούς στρατώνες στην περιοχή “Άγιος Γεώργιος – Λέππιδα” ως στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο
Ο προσφυγικός καταυλισμός στήνεται μπροστά από το εγκαταλελειμμένο κτίριο του 11ου περιπτέρου του Ψυχιατρείου που έγινε γνωστό ως “Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης”.
Το 1957 διαµορφώθηκε η ιδέα να µετατραπούν τα άδεια κτίρια του ιταλικού ναυαρχείου στη Λέρο σε µια αποικία ψυχασθενών µε στόχο την απασχόλησή τους σε γεωργικές ασχολίες. Το Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Λέρου ιδρύθηκε µε τα Βασιλικά ∆ιατάγµατα στις 28-5-57 και δέχτηκε τους πρώτους 300 ασθενείς στις 2-1-1958 από το Λοιµοκαθαρτήριο Αθηνών, που είχαν µεταφερθεί εκεί από το ∆αφνί το 1953. Η επιλογή των ασθενών έγινε µε κριτήριο την έλλειψη επισκέψεων από συγγενικά πρόσωπα στα ιδρύµατα όπου νοσηλεύονταν για διάστηµα µεγαλύτερο των 12 µηνών. Σιγά σιγά ο αριθµός των ασθενών πολλαπλασιάστηκε, διότι µεταφέρθηκαν εκεί ασθενείς από τα ψυχιατρεία της Θεσσαλονίκης, των Χανίων και της Κέρκυρας. Η πρώτη ονοµασία του Ψυχιατρείου ήταν «Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου» µε έδρα το Λακκί και δύναµη 650 κλινών. Το 1980 οι νοσηλευόµενοι έφθασαν τους 2000, το 1988 στους 1150 ενώ το 1991 ήταν 991. Στις αρχές τους 1980 το προσωπικό του ψυχιατρείου της Λέρου ανερχόταν σε χίλια περίπου άτοµα, αν και ο αριθµός των ψυχιάτρων ήταν µόνο δύο. Η πλειοψηφία του προσωπικού, που είχε φυλακτικό ρόλο, προήλθε απ’ το ντόπιο πληθυσμό, ενώ για πολλά χρόνια ήταν ανύπαρκτη η επιστημονική στήριξη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του ιδρυματισμού και των άθλιων συνθηκών διαβίωσης των εγκλείστων, αφού δεν υπήρχε θεραπευτικό πλάνο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ξέσπασαν οι πρώτες καταγγελίες για τις κακές συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων στο ΚΘΛ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσουν οι μεταφορές ασθενών στη Λέρο με απόφαση του Υπουργείου Υγείας το 1982. Οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί και σήμερα το ψυχιατρείο λειτουργεί ως Κ.Θ.-Κ.Υ.Λέρου (Κρατικό Θεραπευτήριο-Κέντρο Υγείας Λέρου).
Τον Δεκέμβρη του 2015 μέσα στο χώρο του ψυχιατρείου, όπου ακόμη διαμένουν 200 νοσηλευόμενοι, με απόφαση της Κυβέρνησης (ΦΕΚ υπ’αρ. 2602 2/12/2015) και του Δήμου Λέρου, για τη “διαχείριση των προσφυγικών πληθυσμών”, ιδρύθηκε hotspot (κέντρο καταγραφής και ταυτοποίησης προσφύγων) με προσφυγικό καταυλισμό δυναμικότητας 1.000 θέσεων. Κάτοικοι αλλά και επαγγελματίες ψυχικής υγείας εξέφρασαν την βαθιά ανησυχία τους για την επαναλειτουργία, ως χώρου στρατοπεδισμού και μαζικής διαχείρισης ανθρώπων, αυτού του ιστορικά φορτισμένου τόπου που έγινε γνωστός ως “Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης” από το ομώνυμο άρθρο του Observer (“Europe’s guilty secret”, 1989, J.Merrit) Αρχειοθετήθηκε 2015-12-22 στο Wayback Machine.


